«Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» – Μηνύματα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς
Δυὸ φορὲς ἐπαναλαμβάνεται ἡ φράση αὐτὴ στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο (Ἰωάν., α’ 35-52).
Τὴν πρώτη φορὰ τὴν λέει ὁ Ἀνδρέας στὸν Πέτρο, τὸν ἀδελφό του, καὶ τὴν δεύτερη φορὰ τὴν λέει ὁ Φίλιππος στὸν Ναθαναήλ, τὸν φίλο του, μὲ τὴν συμπλήρωση «ὃν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται» (ὅ. π., 46), διότι ὁ Ναθαναήλ, ὡς «ἀληθινὸς Ἰσραηλίτης», χρειάζεται σημεῖα γιὰ νὰ πιστέψη, θέλει πειστικὲς ἀποδείξεις!
Σημασία ἔχει ὅτι οἱ τέσσερις πρῶτοι μαθητὲς τοῦ Κυρίου βρῆκαν αὐτὸ ποὺ ζητοῦσαν στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Βρῆκαν Αὐτὸν ποὺ ἀνέμεναν, μὲ βάση τὶς γραφὲς ποὺ εἶχαν μελετήσει. Βρῆκαν τὸ ἀντικείμενο τῆς ἔρευνας καὶ τοῦ πόθου τους, ποὺ γι’ αὐτοὺς ἦταν ὁ προσωπικὸς Θεὸς καὶ μάλιστα «ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ» (ὅ. π., 36), Ἐκεῖνος ποὺ θυσιάστηκε γιὰ τὴν σωτηρία τους!
Πράγματι, γιὰ τοὺς δύο πρώτους, τὸν Ἀνδρέα καὶ τὸν Ἰωάννη, ὁ Κύριος εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημά Του: «τί ζητεῖτε;» (ὅ. π., 38)
Ὅταν τοὺς ρώτησε, βέβαια, δὲν ἤξεραν τί νὰ ἀπαντήσουν καὶ τὸν ρώτησαν μὲ τὴν σειρά τους «ποῦ μένει», ὄχι ἀπὸ περιέργεια, ἀλλὰ γιὰ νὰ Τὸν γνωρίσουν καλύτερα, ἀπὸ κοντά.
Καὶ ἀφοῦ ἦλθαν καὶ εἶδαν «ποῦ μένει» καί «ἔμειναν παρ’ αὐτῷ ἐκείνην τὴν ἡμέραν» (ὅ. π., 40), τότε πλέον κατάλαβαν ὅτι ὁ Κύριος εἶναι Αὐτὸς ποὺ ζητοῦσαν!
Σίγουροι πιὰ γιὰ τὸ πολύτιμο εὕρημά τους, τὸν συστήνουν ἀνεπιφύλακτα καὶ στοὺς ὑπολοίπους. «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» (ὅ. π., 42), εἶπε ὁ Ἀνδρέας στὸν Πέτρο.
Στὴν περίπτωση τοῦ Φιλίππου, τὸ κάλεσμα τοῦ Κυρίου ἦταν πιὸ ἄμεσο: «Ἀκολούθει μοι» (ὅ. π., 44), τοῦ εἶπε ὁ Κύριος, καὶ ὁ Φίλιππος, σὰν ἕτοιμος ἀπὸ παλιά, ἔσπευσε νὰ καλέση, μὲ τὴν σειρά του, καὶ τὸν δύσπιστο Ναθαναήλ, ὁ ὁποῖος, ὅμως, παρ’ ὅτι δύσπιστος, ἔπεσε εὔκολα στὰ δίκτυα τοῦ Κυρίου, διότι ἦταν ἄδολος –«ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστιν» (ὅ. π., 48)!
Ἐνδιαφέρουσα παρατήρηση: ὁ Φίλιππος καλεῖ τὸν Ναθαναήλ «ἔρχου καὶ ἴδε», μὲ τὰ ἴδια λόγια ποὺ λίγο πρὶν ὁ Κύριος κάλεσε τοὺς δύο πρώτους μαθητές: «ἔρχεσθε καὶ ἴδετε.» Ἄμεσος δέκτης καὶ ἀπόστολος τοῦ Κυρίου ὁ Φίλιππος, δὲν χρειάζεται ἀποδείξεις, γιὰ νὰ τὸν πιστέψη. Δὲν εἶναι ἀληθινὸς Ἰσραηλίτης, ὅπως ὁ Ναθαναήλ, γιὰ νὰ αἰτηθῇ νὰ λάβη τὴν ἄνωθεν σοφία. Αὐτὸς εἶναι γνήσιος Γαλιλαῖος. Μόλις συναντᾶ τὴν Σοφία τοῦ Λόγου, εἶναι σίγουρος ὅτι τὴν βρῆκε καὶ καλεῖ καὶ τὸν φίλο του νὰ Τὴν γνωρίση!
«Μείζονα τούτων ὄψει» (ὅ. π., 51), ὑπόσχεται ὁ Κύριος στὸν Ναθαναήλ. Αὐτὰ ποὺ εἶδες δὲν εἶναι τίποτε. Καὶ στοὺς ὑπολοίπους μαθητὲς καὶ σὲ ὅλους ἐμᾶς ὑπόσχεται ἐπίσης ὁ Κύριος: «ἀπ’ ἄρτι», ἀπὸ τώρα, «ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεωγότα καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου» (ὅ. π., 52).
Ἐμεῖς, ἄραγε, θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ δοῦμε τὰ μεγαλεῖα αὐτὰ τοῦ Κυρίου «ἀπ’ ἄρτι»;
Γιὰ νὰ τὸ καταφέρουμε, βεβαίως, χρειάζεται «ἀπ’ ἄρτι», ἀπὸ τώρα, εὐθὺς ἀμέσως, νὰ τὸν ἀναζητήσουμε, ὅπως τὸν ἀναζήτησαν καὶ οἱ μαθητές Του καὶ πρώην μαθητὲς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου –τυχαῖο, ἄραγε, ὅτι ἦταν μαθητὲς τοῦ Προδρόμου; Εἶχαν ἤδη πάρει τὰ πρῶτα μαθήματα πίστεως καὶ ταπεινοφροσύνης κοντά του.
Ἀφοῦ, λοιπόν, ζητήσουμε καὶ γνωρίσουμε καὶ μεῖς τὸν Κύριο, ὅπως τὸν γνώρισαν καὶ οἱ μαθητές Του, τότε μένει νὰ ἀναφωνήσουμε, ὅπως ἐκεῖνοι: «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν.»
Ἀρκεῖ νὰ ἔχουμε καὶ μεῖς τὰ προσόντα τοῦ Ἀνδρέου καὶ τῶν ἄλλων τριῶν πρώτων μαθητῶν Του, νὰ ἔχουμε δηλαδὴ τὴν καλὴ ζήτηση, τοῦ Σωτῆρος καὶ Λυτρωτῆ μας, τὴν διάκριση νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, τὴν δεκτικότητα καὶ τὴν κοινωνικότητά τους, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν μετάδοση τοῦ μηνύματος: «Εὑρήκαμεν…»
Χρόνια πολλὰ καὶ κυρίως σωτήρια, μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέα, ποὺ εἴθε νὰ ἀντρειεύη τὴν πίστη μας στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Σωτῆρα μας, ὥστε νὰ δώσουμε καὶ μεῖς τὴν μαρτυρία μας, ὅπως θέλει Ἐκεῖνος! Ἀμήν! Γένοιτο!
Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος


