Ἀνάνηψη καὶ ἀγώνας!
Μέσα στὴν γενικὴ ἀνασφάλεια, στὴν σύγχυση καὶ στὴν ἀπογοήτευση τῶν ἡμερῶν αὐξάνεται καθημερινὰ ὁ πόθος γιὰ μιὰ δίκαιη καὶ εἰρηνικὴ πολιτεία, μέσα στὴν ὁποία θὰ προστατεύωνται τὰ δικαιώματα τοῦ κάθε πολίτη ἀλλὰ καὶ κάθε πολίτης θὰ ἐκπληρώνῃ τὶς ὑποχρεώσεις του.
Παρά, ὅμως, τὸν μεγάλο αὐτὸν πόθο, συχνὰ δὲν πράττομε κάτι ἢ μᾶλλον δὲν συμπράττομε γιὰ τὴν ἐγκαθίδρυση μιᾶς τέτοιας πολιτείας, ὥστε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὶς δυσκολίες καὶ νὰ ἀπολαύσωμε τὰ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ὁδηγήσει τὴν ἀνθρωπότητα καὶ μάλιστα τὴν πατρίδα μας σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση κάνουν τὸ πᾶν, γιὰ νὰ διατηρηθῇ ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἐκμετάλλευση, γιατὶ γνωρίζουν ὅτι μόνον ἔτσι μποροῦν νὰ αὐξάνουν τὰ κέρδη των καὶ νὰ συνεχίζουν τὴν ἐκμεταλλευτική των τακτική. Ἐὰν θέλωμε, ὅμως, νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ ἐπιθυμία μας γιὰ μιὰ δίκαιη πολιτεία, δὲν μποροῦμε νὰ παραμένωμε ἁπλοῖ θεατὲς τῶν γύρω μας ἀλλὰ ὀφείλομε νὰ ἀγωνιζώμαστε γιὰ τὴν πραγμάτωση τῶν ὁραμάτων μας καὶ γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς κοινωνικῆς προόδου.
Ἂς ἀναλογιστοῦμε, μάλιστα, ὅτι ἡ δίκαιη καὶ εὐνομούμενη πολιτεία εἶναι ἐπίτευγμα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ στὴν συνέχεια εὐλογημένη πραγματικότητα τῆς πρώτης χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Πράγματι, μόνον στοὺς ἑλληνογενεῖς χώρους οἱ πολῖτες δὲν ἦσαν ὑπήκοοι ἀλλὰ ἰσάξια μέλη τῆς πολιτείας καὶ οἱ ἴδιοι οἱ πολῖτες ἦσαν καὶ πολιτικοί, ἄλλοτε κατόπιν ἐκλογῆς καὶ ἄλλοτε κατόπιν κληρώσεως. Ὅποιος δὲ πολίτης ἀρνιόταν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσία – λειτουργία ποὺ ἡ πολιτεία τοῦ ἀνέθετε στιγματιζόταν καὶ χαρακτηριζόταν «ἰδιώτης», δηλαδὴ ἄχρηστος καὶ ἠλίθιος.
Ἡ ἰσονομία, ὅμως, καὶ ἡ ἰσοπολιτεία αὐτὴ δυστυχῶς ἔπαψαν νὰ ἰσχύουν σταδιακῶς ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 2ου π.Χ. αἰ., μὲ τὴν ρωμαϊκὴ κυριαρχία, κατάσταση ποὺ διατηρήθηκε καὶ κατὰ τὴν βυζαντινὴ ἐποχὴ καὶ κατὰ τὴν τουρκοκρατία. Ἔτσι, οἱ ὑπήκοοι καὶ ῥαγιᾶδες πρόγονοί μας ζοῦσαν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι μιὰ μέρα θὰ ἀποκτοῦσαν τὴν πολυπόθητη λευτεριὰ καὶ μαζὶ μ’ αὐτὴν μιὰ δίκαιη πολιτεία. Γι’ αὐτό, τὰ πρῶτα συντάγματα τοῦ ἀγῶνος ἦσαν τὰ προοδευτικώτερα ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων λαῶν καὶ ἰδιαιτέρως ἐκεῖνο τοῦ 1827, τὴν λειτουργία τοῦ ὁποίου ἀνέστειλε ὁ κυβερνήτης Καποδίστριας. Στὴν συνέχεια, ἦλθε ἡ Βαυαροκρατία, ἡ ξενοκίνητη βασιλεία καὶ τὰ ξενόφρονα ἀρχηγικὰ κόμματα, μὲ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα γιὰ τὴν πατρίδα μας.
Ἔτσι, σήμερα, οἱ πλεῖστοι τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἔχουν τὴν συνείδηση ὄχι τοῦ ἐνεργοῦ πολίτου ἀλλὰ τοῦ παθητικοῦ ὑπηκόου, οἱ δὲ πολιτικοί, ξένοι καὶ ἀλλότριοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τῶν ἑλληνοορθοδόξων δημοκρατικῶν καὶ κοινωνικῶν παραδόσεων, τάζουν στὸν λαὸ αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμεῖ καὶ τὸν βάζουν νὰ κάνῃ αὐτὰ ποὺ οἱ ἴδιοι θέλουν. Γι’ αὐτό, ἡ ἀδικία καὶ ἡ σύγχυση καλὰ κρατοῦν.
Γιὰ νὰ εἰσακουστῇ, ὅμως, ἡ παράκλησή μας πρὸς τὸν Κύριο «ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως τῇ ἐπωνύμῳ σου καινῇ πολιτείᾳ τοὺς οἰκτειρμούς σου δώρισαι, Χριστὲ ὁ Θεός», χρειάζεται νὰ ἀνανήψωμε ἐπί τέλους. Εἶναι ἁμαρτία οἱ ὀρθόδοξοι Ἕλληνες νὰ ὑποστηρίζωμε ἀντιορθόδοξα, ἄδικα καὶ ἀντικοινωνικὰ ἢ ἀτομοκρατικὰ κόμματα καὶ ἔπειτα νὰ κατηγοροῦμε τοὺς πολιτικοὺς ἢ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν δυστυχία μας.
Ἂς ἀκολουθήσωμε τὸ παράδειγμα τῶν ἀρχαίων προγόνων καὶ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ ἐνεργοποιηθοῦμε πρωτίστως οἱ ἴδιοι καὶ στὴν συνέχεια μὲ συνεργασία καὶ σύμπνοια νὰ ἐκλέξωμε μέσα ἀπὸ τὰ σπλάγχνα μας ἀνθρώπους τιμίους, πιστοὺς καὶ ἱκανοὺς νὰ ἐργαστοῦν γιὰ τὴν πραγμάτωση μιᾶς δίκαιης καὶ προοδευτικῆς πολιτείας, κατὰ τὸ πρότυπο τῆς «ἐπωνύμου τοῦ Χριστοῦ πολιτείας», πρὸς δόξα Θεοῦ καὶ σωτηρία ὅλων. Γένοιτο!
†Β. Τσούπρας


