Βίος καὶ πολιτεία Ἁγίων,  Γενικά,  Μπορεῖ νὰ μᾶς Ἐνδιαφέρει...,  Νὰ ἀνεβοῦμε λίγο ψηλότερα,  Σὰν Σήμερα,  Σύγχρονη Οἰκογένεια

Τρεις Ιεράρχες

Αύριο μεγάλη και σπουδαία γιορτή ξημερώνει. Είναι η μέρα που γιορτάζουν και τιμώνται οι Τρεις Ιεράρχες, προστάτες των γραμμάτων και των μαθητών. Ο καθένας τους ξεχωριστά άφησε το στίγμα του με την προσφορά του στο μεγαλείο της γνώσης και της εκπαίδευσης των ανθρώπων όλων των ηλικιών της εποχής εκείνης. Ο Μέγας Βασίλειος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, με το σπουδαίο και αξιοθαύμαστο έργο τους για την παιδεία και τη βαθιά πίστη τους στον Θεό, ανακηρύχθηκαν Άγιοι Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Ο Μέγας Βασίλειος ήταν Έλληνας Καππαδόκης επίσκοπος Καισαρείας της χερσονήσου της Μικράς Ασίας και εκκλησιαστικός Πατέρας. Η πίστη του στον Θεό τον βοήθησε στον αγώνα του ενάντια στις αιρέσεις των πρωτοχριστιανικών χρόνων, όπως και του Αρειανισμού. Ως μελετητής και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, ο ίδιος επεξεργάζεται και διατυπώνει τις θεολογικές του αντιλήψεις. Γίνεται ένας σπουδαίος επιστήμονας της εποχής του, ο οποίος αναγνωρίζεται και από τους επιστήμονες της εποχής μας. Η παρακαταθήκη που αφήνει σε όλους τους νέους ανθρώπους είναι σπουδαία και τεράστια. Την «Εξαήμερο», τους λόγους προς τους νέους, τις θεολογικές του πραγματείες και τις παιδαγωγικές του νύξεις, που είναι αναλλοίωτες στον χρόνο. Πέρα από τις φιλοσοφικές και ρητορικές του σπουδές, προτάσσει μια θεολογία ζωής, της πραγματικής φιλίας και αδελφοσύνης.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αθήνα γνωρίζει τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Αναπτύσσεται μια βαθιά αδελφική αγάπη μεταξύ τους άνευ όρων. Μία πραγματική φιλία: δύο σώματα, ένα πνεύμα, μία ψυχή, χάρη στη χριστιανική τους ηθική. Ο ένας χαιρόταν με τη διάκριση και την πρόοδο του άλλου.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, γνωστός και ως Γρηγόριος της Ναζιανζού, ήταν Έλληνας Καππαδόκης θεολόγος και αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Θεωρείται ως ο πιο ταλαντούχος ρήτορας μεταξύ των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Κατάφερε να συνδυάσει τον Ελληνισμό με την πρώτη Εκκλησία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Άνθρωπος των γραμμάτων και ποιητής, έγραψε αρκετά ποιήματα με ηθικά και θεολογικά θέματα. Ολόκληρο το όγδοο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας απαρτίζεται από 250 επιγράμματα, ενώ ακόμα δύο επιγράμματα (151 και 192) περιλαμβάνονται στο πρώτο βιβλίο. Ο Ρουφίνιος άρχισε να μεταφράζει τα έργα του Γρηγορίου στα λατινικά. Τα έργα του θεωρήθηκαν έγκυρα στη Σύνοδο της Εφέσου το 431. Το 435 έλαβε το όνομα Θεολόγος στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, έναν τίτλο που κατείχε και ο Απόστολος Ιωάννης και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Οι συνεισφορές του στη θεολογία επηρέασαν και τις Δυτικές Εκκλησίες.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σπουδαίος ρήτορας της εποχής του. Το τεράστιο έργο του διακρίνεται σε πραγματείες (ασκητικές, ηθικοπαιδαγωγικές, ποιμαντικές, απολογητικές), λόγους (δογματικούς, σε διάφορες ιστορικές περιστάσεις, ηθικοδιδακτικούς, ερμηνευτικούς) και επιστολές. Σπουδαίος ερμηνευτής της Αγίας Γραφής. Με το κήρυγμά του εξηγούσε τη Βίβλο. Έχουν διαφυλαχτεί έως τώρα 600 λόγοι του Αγίου Ιωάννου. Για τη Γένεση 67, 59 για τους Ψαλμούς, 90 για το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, 89 για το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, 55 για τις Πράξεις των Αποστόλων, 34 προς την προς Εβραίους επιστολή κ.ά. Μελετώντας τα, ο καθένας μας θαυμάζει την αξία της ρητορίας του και την παιδαγωγική ευελιξία του.

Οι ομιλίες του ξεκινούσαν με βιβλικά χωρία, τα οποία είχε επεξεργαστεί ως αναγνώστης και διάκονος. Οι ομιλίες του αποτελούσαν διδακτικό και εξηγητικό έργο. Άλλες κρατούσαν 15 λεπτά, άλλες ξεπερνούσαν και τα 45, ανάλογα με το ερμηνευμένο ευαγγελικό χωρίο.

Αν και δεν γνωρίστηκε με τον Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο σε κάποια εκπαιδευτική σχολή, όπως είχαν γνωριστεί ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος, γιατί ήταν πια μεγάλοι σε ηλικία και ο καθένας είχε ήδη αναπτύξει τη δράση του όταν ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ξεκινούσε τη δική του πορεία, συνδέθηκαν όμως διαμέσου της κοινής τους θεολογικής πίστης και ως Πατέρες της Χριστιανικής Εκκλησίας του 4ου μ.Χ. αιώνα.

Ένωσαν την ελληνική παιδεία με τη χριστιανική πίστη. Συνδέονται πνευματικά ως διδάσκαλοι, θεολόγοι και προστάτες των γραμμάτων. Συνδύασαν την κλασική ελληνική παιδεία (φιλοσοφία, ρητορική) με τη χριστιανική θεολογία. Υποστήριξαν ότι η γνώση δεν έρχεται σε αντιπαράθεση με την πίστη.

Η κοινή τους γιορτή καθιερώθηκε την εποχή του Βυζαντίου, στα χρόνια του Αλεξίου του Κομνηνού, τον 11ο αιώνα, όταν ο μητροπολίτης Ευχαιτών της Μικράς Ασίας, Ιωάννης Μαυρόπους, για να δώσει τέλος στις διαμάχες των λογίων για το ποιος είναι ο πιο σπουδαίος από τους τρεις Πατέρες, πρότεινε να θεσπιστεί η κοινή γιορτή των Τριών Ιεραρχών, η 30ή Ιανουαρίου. Η πρότασή του έγινε δεκτή. Έτσι η κοινή γιορτή τους θεσπίστηκε και από τότε η μνήμη τους τιμάται στις 30 Ιανουαρίου με μεγάλη λαμπρότητα.

Επίσης, το Ακαδημαϊκό Συμβούλιο του Οθωνείου Πανεπιστημίου (σημερινό ΕΚΠΑ) ανακήρυξε προστάτες των ελληνικών γραμμάτων και της εκπαίδευσης τους Τρεις Ιεράρχες.