Τὰ στάδια τῆς μετανοίας

Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, εἰσήλθαμε καὶ ἐφέτος στὴν κατανυκτική περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὴν περίοδο ποὺ τὰ πάντα στὴν Ἐκκλησία μας μᾶς καλοῦν σὲ μετάνοια. Σὲ παλαιότερο ἄρθρο μας εἴχαμε ἀναφερθῆ στὴν ἐννοιολογικὴ σημασία καὶ ἀναγκαιότητα τῆς μετανοίας, ἀφοῦ τὸ κήρυγμα τῆς σωτηρίας ξεκινάει μὲ τὸ «Μετανοεῖτε». Στὸ ἄρθρο αὐτὸ θὰ ἀναφερθοῦμε στὰ στάδια τῆς μετανοίας καὶ στὴν ὅλη διαδικασία γιὰ τὴν πραγματοποίηση μιᾶς ἀληθινῆς καὶ οὐσιαστικῆς μετανοίας.

Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, εἰσήλθαμε καὶ ἐφέτος στὴν κατανυκτική περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὴν περίοδο ποὺ τὰ πάντα στὴν Ἐκκλησία μας μᾶς καλοῦν σὲ μετάνοια. Σὲ παλαιότερο ἄρθρο μας εἴχαμε ἀναφερθῆ στὴν ἐννοιολογικὴ σημασία καὶ ἀναγκαιότητα τῆς μετανοίας, ἀφοῦ τὸ κήρυγμα τῆς σωτηρίας ξεκινάει μὲ τὸ «Μετανοεῖτε». Στὸ ἄρθρο αὐτὸ θὰ ἀναφερθοῦμε στὰ στάδια τῆς μετανοίας καὶ στὴν ὅλη διαδικασία γιὰ τὴν πραγματοποίηση μιᾶς ἀληθινῆς καὶ οὐσιαστικῆς μετανοίας.

Τὰ στάδια αὐτὰ τὰ διακρίνομε σὲ ὅλα τὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ ἀναφέρονται στὴν μετάνοια, ὅπως εἶναι ὁ Ν’ Ψαλμὸς («Ἐλέησόν με, ὁ Θεός…»), ἡ περικοπὴ τοῦ Ἀσώτου, τὸ τροπάριο τῆς Κασσιανῆς κ.ἄ.. Βεβαίως, μία εἶναι ἡ διαδικασία τῆς μετανοίας καὶ ἡ διάκρισή της σὲ στάδια γίνεται γιὰ πρακτικοὺς λόγους, γιατί, ἐὰν παραλείψωμε ἔστω καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ στάδια αὐτά, ἡ μετάνοια δὲν θὰ ἔχῃ ὁλοκληρωθῆ καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἔχῃ συντελεστῆ.

Τὸ πρῶτο στάδιο εἶναι ἡ ἀναγνώριση ἀπὸ τὸν μετανοοῦντα τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς εὐλογημένης ζωῆς ποὺ ὑπάρχει κοντὰ στὸν Θεό. Δὲν χρειάζεται δηλαδὴ μόνον ἡ πίστη σὲ κάποιο Θεό, ἀλλὰ ἡ βαθειὰ πεποίθηση στὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης, τῆς εἰρήνης, τῆς ἀγαθότητος καὶ τοῦ μεγάλου ἐλέους. Ἂς θυμηθοῦμε τὰ κείμενα ποὺ ἀναφέραμε παραπάνω: «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰτὸμέγα ἔλεός σου…», «Πόσοι μίσθιοι τοῦπατρός μου περισσεύουσιν ἄρτου…», «Τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα…». Ἡ συναίσθηση μάλιστα ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος νὰ ζῇ μέσα σ´ αὐτὸ τὸ ἄπλετο φῶς τῆς θεότητος, στὸν πλοῦτο τῆς ἀγαθότητος καὶ στὸν θησαυρὸ τῆς καλωσύνης τὸν κάνει νὰ νοσταλγῇπάντοτε αὐτὴν τὴν μακαριότητα καὶ νὰ μὴν ἀναπαύεται ποτὲ χωρὶς τὴν θεία αὐτὴν θαλπωρή.

Φωτιζόμενος, λοιπόν, ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἄπλετο φῶς τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ ἀναγκάζεται νὰ ρίξῃ βλέμματα πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ διακρίνοντας τὰ μελανά του σημεῖα θλίβεται καὶ πονάει. Ὅσο μάλιστα περισσότερο πλησιάζει στὴν πατρικὴ θερμὴ ἑστία, τόσο περισσότερα σκοτεινὰ σημεῖα τοῦ ἑαυτοῦ του διακρίνει καὶ τόσο περισσότερο πονάει. Ἂς θυμηθοῦμε τὰ κείμενα: «Τὴν ἀνομίαν μου ἐγώ γιγνώσκω..» «Ἐγὼ λιμῷ ἀπόλλυμαι…», «Νύξ μοι ὑπάρχει…», ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο: «Τὸν νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον· καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ». Ἡ λαμπρότητα καὶ ἡ ἀγαθότητα τῆς πατρικῆς ἑστίας μᾶς βοηθάει, στὸ δεύτερο αὐτὸ στάδιο, νὰ διακρίνωμε τὸν σκοτεινὸ χῶρο καὶ τὰ ἀτοπήματα τῆς ψυχῆς μας.

Δὲν εἶναι ὅμως ἀρκετὴ μόνον ἡ ἀναγνώριση τῆς λαμπρότητος καὶ ἀγαθότητος τῆς πατρικῆς ἑστίας  καὶ τῆς φαυλότητος καὶ τοῦ σκότους τῆς δικῆς μας ψυχῆς. Χρειάζεται καὶ ἡ δική μας ἐπανασύνδεση μὲ τὴν γεννήτρια τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀγαθότητος, γιατὶ μόνον μὲ τὴν πικρία καὶ τὸν τρόμο δὲν θεραπεύεται τὸ κακὸ καὶ ὑπάρχει κίνδυνος μάλιστα νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν ἀπόγνωση, ὅπου ἡ ἐσχάτη πλάνη εἶναι χείρων τῆς πρώτης. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ἡ πατρικὴ ἀγάπη χρησιμοποιεῖ ὅλους τοὺς τρόπους, ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους, γιὰ νὰ μᾶς ὑπενθυμίσῃ τὴν θαλπωρή τῆς πατρικῆς ἑστίας καὶ νὰ μᾶς διεγείρῃ τὴν ἐπιθυμία γιὰ ἐπιστροφὴ καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ στὴν λήψη τῆς ἡρωϊκῆς ἀποφάσεως γιὰ μετάνοια. Δὲν φτάνει μόνον ἡ μεταμέλεια, ὁ πόνος δηλαδὴ γιὰ τὸ κακὸ ποὺ ἔχομε μέσα μας καὶ ἡ ἀμαύρωση τῆς ἀρχικῆς μας εἰκόνος ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ ἐξάλειψη τῶν σκοτεινῶν σημείων καὶ ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πατρικὴ ἑστία. Ἂς θυμηθοῦμε πάλι τὰ κείμενα: «Ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου,…», «ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου», «Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου…», «Κάμφθητι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας μου…».

Τὸ τρίτο δηλαδὴ στάδιο ἔχει δύο φάσεις: μία τῆς βαθειᾶς μετανοίας καὶ μία τῆς ἐξομολογήσεως. Εἶναι καὶ οἱ δύο αὐτὲς φάσεις ἀπαραίτητες, γιατὶ ὁ Ἰούδας π.χ. εἶχε τὴν μεταμέλεια, εἶχε πόνο δηλαδὴ γιὰ τὸ κακὸ ποὺ ἔκανε, τὸ ὡμολόγησε μάλιστα, ἀλλὰ ὄχι στὸν Σωτῆρα Χριστό, ποὺ μπορεῖ νὰ κάνῃ τὴν ἐξάλειψη τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ πῆγε στοὺς συνενόχους του, οἱ ὁποῖοι μὴ ἔχοντας ἀγάπη καὶ θεῖο φῶς δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τὸν βοηθήσουν καὶ γι’ αὐτὸ «ἀπελθὼν ἀπήγξατο». Ἄρα, γιὰ νὰ μὴν πάθωμε κι ἐμεῖς τὸ ἴδιο, εἶναι ἀνάγκη μαζὶ μὲ τὴν θλίψη γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά μας νὰ προχωρήσωμε στὴν ἐξομολόγηση στὸν Χριστό μας, στὸν Σωτῆρα μας, στὴν Ἀγάπη μας, στὸν Αἴροντα καὶ Ἐξαλείφοντα τὴν ἁμαρτία μας. Ἄλλωστε ἡ ἐξομολόγησή μας στὸν πνευματικό μας κατ’ οὐσίαν γίνεται στὸν Χριστό μας, ἀπὸ τὸν Ὁποῖον ὁ πνευματικός μας ζητεῖ τὴν συγχώρεση.

Τὰ τρία αὐτὰ στάδια εἶναι βασικὰ μέν, ἀλλὰ ἐὰν δὲν ὁλοκληρωθοῦν μὲ τὸ τέταρτο, τὴν ἀλλαγὴ δηλαδὴ τῆς πορείας τοῦ ἐξομολογουμένου καὶ τὴν καλὴ ἀλλοίωσή του, μένουν ἀνενέργητα. Ἀπ’ τὰ κείμενα μαθαίνουμε: «Καρδίαν καθαράν κτῖσον ἐν ἐμοί,…», «Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου…»,  «Ἐνέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην…», «Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας…», καὶ «Λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα, καὶ σῷσόν με». Ἡ ἀλλαγὴ αὐτὴ στὶς σκέψεις, στὰ λόγια καὶ στὶς πράξεις εἶναι τὸ ἐπισφράγισμα τῆς ὅλης διαδικασίας τῆς μετανοίας. Ὅπως λένε, μάλιστα, καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πραγματικὴ μετάνοια συντελεῖται, ἐὰν μὲ τὰ ἴδια μέσα ποὺ κάναμε τὴν ἁμαρτία, τώρα πράττωμε τὴν καλωσύνη καὶ τὸ δίκαιο. Ὁ ἀρνητὴς Πέτρος γίνεται ο δυνατός Απόστολος και Μάρτυρας τού Σωτήρος. Ο διώκτης Παύλος γίνεται ὁ διαπρύσιος Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος. Ὁ μάγος Κυπριανὸς γίνεται ὁ καταλυτὴς τῆς μαγείας, ὁ ἁμαρτωλὸς Αὐγουστῖνος γίνεται ὁ υἱὸς τῶν δακρύων μετανοίας, ἡ σκοτεινὴ Σαμαρείτιδα γίνεται ἁγία Φωτεινή, κ.ο.κ.

Ἂς εὐχηθοῦμε, λοιπόν, ὥστε ὅλοι μας βοηθούμενοι ἀπὸ τὰ ὠφέλιμα ἀναγνώσματα καὶ τὰ ἐξαίρετα τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας νὰ πραγματοποιήσωμε εἰλικρινῆ καὶ ἀληθινὴ μετάνοια, ἀκολουθοῦντες καὶ τὰ τέσσερα στάδια καὶ κάθε ἄλλη πτυχὴ τῆς μετανοίας, ὥστε καὶ ἠ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας νὰ συντελεστῇ καὶ ἡ καλὴ ἀλλοίωση, ἠ ἀλλαγὴ δηλαδὴ τοῦ τρόπου ζωῆς καὶ πολιτείας μας νὰ ὁλοκληρωθῇ πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ σωτηρία ὅλων μας.

Βασ. Τσούπρας