Μαθήματα ἀπὸ τὴν Ἅλωση (Κύριο Ἄρθρο φ. 801)
Ἡ βεβαιότητα ποὺ ἔχει ἕνας ἑλληνορθόδοξος γιὰ τὴν τελικὴ θετικὴ ἔκβαση ὅλων τῶν γεγονότων τοῦ δίδει τὴν δυνατότητα, μὲ νοῦ καθαρὸ καὶ ἔξω ἀπὸ κάθε προκατάληψη, νὰ ἐξετάζῃ τὰ γεγονότα, νὰ ἀναζητῇ τὶς αἰτίες τους, νὰ ἐπιρρίπτῃ εὐθύνες καὶ νὰ κάνῃ προβλέψεις. Αὐτὸ ἔπραξαν ὅλοι ὅσοι ἐπιχείρησαν νὰ γράψουν χρονικὸ τῆς Ἁλώσεως, ὄχι μόνον οἱ λόγιοι, σὰν τὸν Χαλκοκονδύλη ἀλλὰ καὶ οἱ πιὸ ἁπλοῖ, ὅπως ὁ Φραντζῆς καὶ οἱ ἀκόμα πιὸ ἁπλοῖ, σὰν τοὺς λαϊκοὺς τραγουδιστές.
Ὅλοι αὐτοί, μαζὶ μὲ τὴν ἐξιστόρηση τῶν γεγονότων, προσπάθησαν νὰ βροῦν τὶς αἰτίες, νὰ ἐπιρρίψουν εὐθύνες, νὰ κάνουν προβλέψεις. Αὐτὸ ἀπηχοῦν τὰ τόσα ὁράματα μοναχῶν περὶ πτώσεως τῆς Πόλης, ἀλλὰ καὶ τόσες φράσεις γιὰ τὴν ἐλευθερία της, ὅπως «Πάλι μὲ χρόνια μὲ καιροὺς πάλι δικιά μας θά ‘ναι» και «Ἡ Ῥωμανία κι ἄν πέρασεν, ἀνθεῖ καὶ φέρει κι ἄλλο».
Ἄν, λοιπόν, μελετήσῃ κάποιος προσεκτικὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ἱστορικὰ τεκμήρια ἀλλὰ καὶ τὶς ἀναλύσεις τῶν μεταγενέστερων καὶ συγχρόνων μας μελετητῶν, θὰ βγάλῃ ἀβίαστα τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ κύρια αἰτία γιὰ ὅλα τὰ παθήματα, τὶς ἀποτυχίες καὶ τὴν τελικὴ συμφορὰ τῆς χιλιόχρονης αὐτοκρατορίας ἦταν ἡ ἀποσύνθεση τῶν ἐπιμέρους στοιχείων, δυνάμεων, ῥευμάτων, λαῶν καὶ παραδόσεων ποὺ συναποτελοῦσαν τὸ ἑνιαῖο οἰκουμενικὸ κράτος. Ἄρα, τὸ μέγα ἐρώτημα εἶναι ὄχι γιατὶ ἔπεσε ἡ Πόλη, ἀλλὰ πῶς κατάφερε τὸ κράτος αὐτό, τὸ ἑλληνορωμαϊκὸ ἢ ἄν θέλετε τὸ ἑλληνοβυζαντινό, νὰ μὴν ἔχῃ διαλυθῆ νωρίτερα.
Καὶ ἦσαν πράγματι πολυάριθμοι οἱ ἐχθροί, ἀμέτρητες οἱ ἐπιθέσεις καὶ ἀρκετὲς οἱ πολιορκίες της. Ἀλλὰ ἡ θεοσκέπαστη καὶ οὐρανόδρομη Πόλη ἄντεχε. Ὅσες φορές, ὅμως, -καὶ δυστυχῶς ἦταν καὶ οἱ περισσότερες- ἡ κρατικὴ διοίκηση ἦταν στραβὴ καὶ ἀλλήθωρη, δηλαδὴ ἄδικη καὶ ἐκμεταλλευτική, πολλὲς φορὲς μάλιστα καὶ αἱρετική, οἱ μορφωμένοι ἄνθρωποι καὶ πολλοὶ κληρικοὶ ἦσαν καιροσκόποι, χριστέμποροι καὶ χριστοκάπηλοι, πρὸς τὰ τέλη δὲ τῆς αὐτοκρατορίας καὶ δεσποτοκράτες, τότε πάντοτε εἴχαμε συμφορὲς καὶ δυστυχίες καὶ δύο φορές, μάλιστα, καὶ καταστροφές, μία τὸ 1204 ἀπὸ τοὺς Φράγκους καὶ ἡ ἄλλη τὸ 1453 ἀπὸ τοὺς Τούρκους.
Ἡ Πόλις, λοιπὸν, ἑάλω, γιατὶ οἱ ἄρχοντες μὲ τὴν ἄδική τους πολιτική, τὶς ἐξωτερικὲς ἐπιδράσεις καὶ τὶς ἐσωτερικές τους ἀντιφάσεις ὁδήγησαν τὰ πράγματα στὴν ἀποσύνθεση καὶ στὴν καταστροφή. Αὐτὴ ἡ ἀποσύνθεση, ἄλλωστε, εἶναι καὶ ἡ αἰτία ποὺ δὲν ἀφήνει τὸ ἑλληνικὸ κράτος νὰ δῇ μιὰ ἄσπρη μέρα.
Ἑπομένως, ὅσοι πονᾶμε γιὰ τὴν πατημένη Πόλη, τὴν ἀλειτούργητη Ἐκκλησία καὶ τὴν κλαμένη Παναγιά, ἂς συνασπιστοῦμε γιὰ τὴν ἑνότητα, τὴν συνεργασία καὶ τὴν ἀλληλοσυμπλήρωση τῶν ὑγιῶν στοιχείων τοῦ Γένους, βιώνοντάς τα, βεβαίως, πρῶτα ἀπὸ ὅλα, οἱ ἴδιοι μέσα μας, γύρω μας, παντοῦ καὶ πάντοτε. Ἔτσι, ὑπάρχει ἡ βεβαιότητα ὅτι δὲν θὰ ἀργήσῃ νὰ ξαναβγῇ ὁ παπὰς στὸ ἱερὸ βῆμα τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ νὰ μᾶς κοινωνήσῃ. Ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, νὰ μὴν ὑπάρχῃ ποτὲ κανεὶς στὸ μέλλον νὰ θρηνήσῃ κραυγάζοντας: «Ἑάλω ἡ Ἑλλάς».
† Β. Τσούπρας


