Μὲ Σταυρὸ καὶ Ἀνάσταση
Ἀξιωνόμαστε καὶ φέτος, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, νὰ ἀνεβοῦμε καὶ ἐμεῖς μαζὶ μὲ τὸν Χριστό μας στὰ Ἱεροσόλυμα, νὰ γίνωμε μέτοχοι τοῦ Πάθους Του καὶ κοινωνοὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του.
Ἀλήθεια, τί μᾶς κάνει μεγαλύτερη ἐντύπωση σ’ αὐτὴν τὴν πορεία από τὸν Γολγοθά στὴν Ἀνάσταση; Ἡ διαστροφὴ τοῦ τριπλοῦ κατεστημένου ποὺ κατεδίκασε τὸν Χριστό -τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἱερατείου, τοῦ παρανόμου συνεδρίου, τῆς ἄδικης πολιτικῆς ἐξουσίας-, ἢ ὁ πλοῦτος τῆς ἀγάπης τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ μας; Τὸ μίσος τῶν ἀχαρίστων ἢ ἡ συγχώρεση τοῦ Εὐεργέτου; Ὁ πόνος τοῦ Ἐσταυρωμένου ἢ ἡ κακία τῶν σταυρωτῶν, ἀρχόντων καὶ λαοῦ, ὁ ὁποῖος, μάλιστα, πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἔκραζε τό «Ὡσαννά»;
Μήπως αὐτὴ ἡ ἀθλιότητα μᾶς θυμίζει τὴν ὅλη ἀντιφατικὴ στάση ὅλων τῶν λαῶν σ’ ὅλες τὶς ἐποχές; Οἱ ἄνθρωποι λέμε ὅτι θέλομε τὸ καλό, ἀλλὰ πράττουμε τὸ κακό. Μιλᾶμε γιὰ εἰρήνη καὶ πράττουμε ἀδικία, ποὺ εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς εἰρήνης. Ποθοῦμε τὴν ὑγεία καὶ ζοῦμε ἀνθυγιεινά. Ἐπαινοῦμε τὴν δικαιοσύνη, ἀλλὰ εἴμαστε βουτηγμένοι μέσα στὴν ἀδικία. Θέλομε ἄξιους ἡγέτες, ἀλλὰ προτιμοῦμε τὸν κάθε Βαραββᾶ. Διαμαρτυρόμαστε γιὰ τὸ κακὸ ποὺ ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν κάνομε τίποτα νὰ τὸ ἀποτρέψουμε.
Ὅλα αὐτὰ δὲν γίνονταν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», ἀλλὰ δυστυχῶς γίνονται καὶ «τῷ καιρῷ τούτῳ» καὶ μάλιστα τώρα τὸ κακὸ ὄχι ἁπλῶς γίνεται, ἀλλὰ καὶ ἐπιβραβεύεται. Οἱ ἄνθρωποι ὄχι ἁπλῶς δὲν προτιμᾶμε τὸ καλό, ἀλλὰ ψηφίζομε τὸ κακὸ καὶ τοὺς κακούς, γιατὶ ἔτσι ἐξυπηρετεῖται καλύτερα τὸ ἀτομικό μας συμφέρον. Δὲν προσπαθοῦμε νὰ πράττωμε τὸ θέλημα τοῦ Μεγάλου Πατέρα μας, ὅπως ἔπραξε ὁ Χριστός μας τὸ φοβερὸ ἐκεῖνο βράδυ, ἀλλὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ πράξῃ Ἐκεῖνος τὸ θέλημά μας. Δὲν προτιμᾶμε τοὺς τίμιους καὶ τοὺς ἀγαθούς, ἀλλὰ τοὺς καπάτσους καὶ τοὺς καταφερτζῆδες.
Πράγματι, ἐὰν ῥίξωμε μιὰ ματιὰ στὶς τελευταῖες δεκαετίες, θὰ δοῦμε ὅτι ἐμεῖς, ὁ ὀρθόδοξος μάλιστα λαός, τιμήσαμε αὐτοὺς ποὺ ἔθαψαν τὸ Κυπριακό, ποὺ ξεπούλησαν τὴν Μακεδονία μας, ποὺ ὑπέγραψαν τὰ μνημόνια, ψήφισαν καὶ ψηφίζουν ἀσεβεῖς καὶ ἀντιλαϊκοὺς νόμους καὶ καταστρέφουν τὴν γλῶσσα μας.
Βεβαίως, κάποιος θὰ μᾶς πῇ ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καμμία σχέση μὲ τὴν δίκη τοῦ Χριστοῦ μας. Τὴν ἀπάντηση, ὅμως, δὲν θὰ τὴν δώσωμε ἐμεῖς, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας καὶ Βασιλιάς μας Χριστός: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ., κε’ 40).
Ἐὰν θέλωμε, λοιπόν, νὰ τιμοῦμε τὸν Χριστό, ἄς προσπαθοῦμε νὰ φεύγωμε συνεχῶς ἀπὸ τὸ στρατόπεδο τῶν πάσης φύσεως Σταυρωτῶν καὶ νὰ ἐντασσώμαστε στὴν ἱερὴ παράταξη τοῦ Ἐσταυρωμένου, στὸ «κέρας τῶν Ὀρθοδόξων».
Αὐτὸ ἔκανε καὶ ὁ εὐγνώμων ληστὴς καὶ κέρδισε τὸν Παράδεισο. Αὐτὸ ἔκαναν καὶ οἱ τρεῖς μαθητές Του, Ἰωάννης, Νικόδημος καὶ Ἰωσήφ, ποὺ τὸν διακόνησαν στὸ πάθος Του, βρισκόμενοι στὸν ἀντίποδα τοῦ τριπλοῦ κατεστημένου ποὺ τὸν κατεδίκασε, ἐκπροσωπῶντας ὁ καθένας μία ἀπὸ τὶς τρεῖς διακονίες τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδοξίας: ὁ Ἰωάννης τὴν πνευματική, ὁ Νικόδημος τὴν μορφωτικὴ καὶ ὁ Ἰωσὴφ, ὁ εὐσχήμων βουλευτής, τὴν κοινωνικοπολιτική. Αὐτὸ ἔκαναν καὶ οἱ Μυροφόρες, οἱ ὁποῖες ἔμειναν στὴν ταφή Του, γι’ αὐτὸ ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν πρῶτες τὴν Ἀνάστασή Του. Αὐτὸ ἔκαναν ἀργότερα καὶ οἱ μάρτυρες τῆς πίστεώς μας, οἱ ὁποῖοι, παρὰ τοὺς διωγμούς, σχημάτισαν τὶς πρῶτες χριστιανικὲς κοινότητες, γιὰ νὰ βιώνουν ὅλοι μαζὶ τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ζωὴ καὶ πολιτεία.
Ἀκριβῶς αὐτὸ πρέπει νὰ κάνωμε καὶ ἐμεῖς σήμερα, νὰ βιώνωμε συνεχῶς τὸν Σταυρό, τὴν Ταφὴ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ ζοῦμε μὲ ἀδελφωσύνη, δικαιοσύνη καὶ ἀγάπη καὶ ὄχι μὲ ἀτομισμό, διχόνοια καὶ ἀλληλοεξόντωση. Ἔτσι, θὰ ἀπολαμβάνωμε συνεχῶς εἰρηνικὴ ζωή, γενικὴ πρόοδο καὶ καθολικὴ σωτηρία. Γένοιτο!
† Β. Τσούπρας


