Οὔτε κοσμικοὶ οὔτε ἀπόκοσμοι

Εἰσήλθαμε κι ἐφέτος, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, τὴν εὐλογημένη περίοδο τοῦ Τριωδίου καὶ ὁ καθένας μας θὰ τὴν ὑποδεχτεὶ ἀναλόγως μὲ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθική του κατάσταση. Ὅσοι ἀγωνιζόμαστε νὰ βιώσουμε τὸν Ἑλληνορθόδοξο τρόπο ζωὴς καὶ πολιτείας, θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐπωφεληθοῦμε ὅσο μποροῦμε περισσότερο ἀπό τὰ ὑψηλά διδάγματα ποὺ περιέχει τὸ Τριώδιο.

Εἰσήλθαμε κι ἐφέτος, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, τὴν εὐλογημένη περίοδο τοῦ Τριωδίου καὶ ὁ καθένας μας θὰ τὴν ὑποδεχτεὶ ἀναλόγως μὲ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθική του κατάσταση. Ὅσοι ἀγωνιζόμαστε νὰ βιώσουμε τὸν Ἑλληνορθόδοξο τρόπο ζωὴς καὶ πολιτείας, θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐπωφεληθοῦμε ὅσο μποροῦμε περισσότερο ἀπό τὰ ὑψηλά διδάγματα ποὺ περιέχει τὸ Τριώδιο.

Θὰ ἀκούσουμε τὸ «μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί», τὸ «εἰς ἀναμάρτητον χώραν και ζωηρὰν ἐπιστεύθην, γεωσπορήσας τὴν ἁμαρτίαν», τὸ «προκαθάρωμεν ἑαυτούς, ἀδελφοί, τῇ βασιλίδι τῶν ἀρετῶν» καὶ τὸ «ἐκάθισεν Ἀδὰμ ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου καὶ τὴν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο».
 

Ἔτσι, χωρὶς νὰ ἀρνιόμαστε τὴ χαρὰ γιὰ τὴν ἀνανέωση καὶ τὸν ἔρωτα τῆς φύσεως, θὰ προετοιμάσουμε τοὺς ἑαυτούς μας γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὸ δεύτερο μέρος τοῦ Τριωδίου, στὴν κατανυκτικότατη Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ γιὰ μεγαλύτερη περισυλλογὴ καὶ κάθαρση, ὥστε να βιώσουμε βαθύτερα κατὰ τὸ τρίτο μέρος του τὰ Πάθη καὶ την Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας.

Ἐπειδή, ὅμως, ἡ ἔννοια «κόσμος» ἔχει πολλὲς καὶ μάλιστα ἀντιτιθέμενες σημασίες, καλὸ θα εἶναι νὰ ξέρουμε κάθε φορὰ σὲ ποιὰ ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς σημασίες ἀναφέρεται ἡ Γραφὴ καὶ ἀπὸ ποιὸν κόσμο μᾶς προτρέπει νὰ φυλαγόμαστε, γιατὶ σὲ ἄλλο π.χ. σημεῖο ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέει: «οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοὺ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνη τὸν κόσμον, ἀλλ΄ ἵνα σωθῆ ὁ κόσμος δι΄αὐτοῦ» (Ιωάν. Γ΄ 17). Αὐτονόητο εἶναι ὅτι ἄλλη ἡ σημασία τοῦ «κόσμου» στὸ χωρίο τοῦ Ἰακώβου καὶ ἄλλη στο χωρίο τοῦ κατὰ Ἰωάννη. Χρειάζεται λοιπὸν νὰ δοῦμε πρῶτα ἀπ΄ ὅλα τὶ σημαίνει αὐτὴ καθεαυτὴ ἡ λέξη «κόσμος, γιατὶ ὅπως λέει κι ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας σοφὸς «ἀρχή σοφίας ὀνομάτων ἐπίσκεψις».


Σύμφωνα μὲ τὰ ἐγκυρότερα ἀρχαιοελληνικὰ λεξικὰ ἡ λέξη «κόσμος» ἀρχικὰ σήμαινε ὀμορφιά, τάξη, τιμὴ ἀπὸ τὸ ρῆμα κοσμέω-κοσμῶ. Ταυτόχρονα σήμαινε καὶ τὸ ἀντικείμενο ἤ τὸ γεγονὸς τὸ ὁποίο προσέδιδε σὲ κάποιον ἤ σὲ κάτι αὺτὴ τὴν ὀμορφιά, τὴν τάξη, δηλαδὴ τὸ κόσμημα, πχ. «ἡ σιγή ταῖς γυναιξὶ κόσμον φέρει». Στὴ συνέχεια οἱ ἄνθρωποι θαυμάζοντας τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν τάξη τοῦ σύμπαντος καὶ τὴ σοφία τοῦ Δημιουργοῦ, ὀνόμασαν ὅλη τὴ δημιουργία κόσμο ἀφοὺ καὶ ὁ ἴδιος
ὁ Δημιουργὸς εἶδε «τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γέν. Α΄ 31). Ἀργότερα, ὅλοι κατάλαβαν ὅτι τὸ κύριο κόσμημα μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ὄμορφη δημιουργία, στὸν ἀρμονικό κόσμο, ἤταν ὁ ἄνθρωπος, τὸ ἀνθρώπινο γένος, γι΄ αὐτὸ ὀνομάσθηκαν καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κόσμος. Ὅποιος δε ζεῖ, πορεύεται και πολιτεύεται ἁρμονικὰ μὲ τοὺς νόμους τῆς δημιουργίας καὶ μάλιστα τοῦ Δημιουργοῦ καὶ μὲ τὴν κοινωνικὴ εὐταξία, ἔχει πολύ κόσμο (ὀμορφιὰ) μέσα του, εἶναι κόσμιος.
 

Ἀσφαλῶς, ἀπό ἕναν τέτοιο κόσμο, τὸν κόσμο ποὺ δημιούργησε ὁ ἀγαθὸς Θεός, τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν κοσμιότητα, ποτὲ δὲν μᾶς εἶπε ὁ Θεὸς νὰ ἀπέχουμε ἤ νὰ φυλαγόμαστε. Ἀντιθέτως, μᾶς προτρέπει νὰ χαιρόμαστε αὐτό τὸ θαῦμα τῆς δημιουργίας, ὅπως τὸ χαιρόταν καὶ ὁ προφητάνακτας Δαυὶδ κραυγάζοντας «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφία ἐποίησας (Ψαλμ. ΡΓ΄). Ἀπό τὴν ὁρατὴ δὲ δημιουργία, τὸν ὁρατὸ κόσμο, μπορεῖ κανεὶς νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀόρατη δημιουργία καὶ μάλιστα στὸν ἀόρατο Δημιουργὸ καὶ τὴν πανσοφία καὶ παντοδυναμία Του, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζῶσα εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἄρα, ἐκεῖνος ποὺ περιφρονεῖ τὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα τὴ θεοποίητη εἰκόνα Του, περιφρονεῖ τὸν ἴδιο τὸ Δημιουργὸ καὶ πράττει ἀσέβεια.
 

Γιατί, ὅμως, ἡ Γραφὴ σὲ μερικὰ σημεία, ὅπως εἴπαμε, μᾶς προτρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ νὰ μὴν ἀκολουθοῦμε τὶς συνήθειες τοῦ κόσμου; Τὸ πράττει αὐτὸ ἡ Γραφή, γιατὶ ἡ λέξη κόσμος ἔχει πάρει κι ἄλλη σημασία. Ὅταν, δηλαδή, οἱ ἄνθρωποι χαίρονται μὲν τὴν ὀμορφιά τῆς φύσεως ἀλλά ξεχνοῦν τὸ Δημιουργό, τοὺς νόμους Του, καὶ τοὺς κανόνες τῆς χρήσεως τῆς φύσεως και εἴτε θεοποιοῦν τὴν κτίσιν παρὰ τὸν Κτίσαντα εἴτε κάνουν κατάχρηση τῆς φύσεως, τότε δέχονται τὸν κόσμο ὡς ὀμορφιὰ χωρὶς περιεχόμενο καὶ χωρὶς τὸν Κοσμήτορα κι ἔτσι γίνονται κοσμικοί. Ἄρα, μία ἀπό τὶς τελευταίες σημασίες τῆς λέξης «κόσμος» εἶναι ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὸ Θεό, ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀνηθικότητα. Ἀπὸ αὐτὸν λοιπὸν τὸν κόσμο, τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καὶ τὶς καταναλωτικὲς συνήθειές του, μᾶς προτρέπει ἡ Γραφὴ νὰ ἀπέχουμε. Ὄχι νὰ τὸν κρίνουμε, γιατὶ καὶ αὐτοὶ ποὺ εἶναι κοσμικοὶ (καὶ ποιὸς ἀπὸ μᾶς ἄλλωστε λίγο ὡς πολὺ δὲν εἶναι;) εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀδέλφια μας. Ἄλλωστε, ὁ Χριστὸς ἦρθε για ὅλους μας, γιὰ να μᾶς σώσει.Ἡ περικοπὴ μάλιστα τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου εἶναι διδακτικότατη πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα καὶ κατακρίνει κάθε ἀπόκοσμη, ἀντικοινωνικὴ καὶ ἀπάνθρωπη συμπεριφορά.


Ἑπομένως, ὅσο κακὸ εἶναι τὸ νὰ εἶναι κανεὶς κοσμικὸς (δηλαδὴ ἄνθρωπος τῶν ἐντυπώσεων, τῆς ἡδονής, τῆς ἀπάτης, τῆς φιλαργυρίας, τῆς αὐτοπροβολῆς, τῶν καταναλωτικῶν διασκεδάσεων) ἄλλο τόσο κακὸ εἴναι να εἶναι κανεὶς ἀπόκοσμος, ἄφιλος, ἀνέραστος, ἄσπλαχνος, ἀδιάφορος πρὸς τὰ κοινά, ἀπολίτικος καὶ γενικὰ ἐγωπαθής. Ἀλήθεια, ἔχετε παρατηρήσει, ἀγαπητοὶ μας αναγνῶστες, πόσο οἱ πιὸ πνευματικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μεγάλοι ἀγωνιστὲς κατὰ τοῦ κόσμου τῆς ἁμαρτίας, πόσο ἤσαν φιλόστοργοι καὶ συμπαθεῖς πρὸς τὸν ἀνθρώπινο πόνο, πρὸς τὸν κουρασμένο κόσμο καὶ προπαντὸς πρὸς τὰ παιδιά, τοὺς αἰχμαλώτους, τὶς γυναῖκες ἀκόμα καὶ τὶς πόρνες; Ἤσαν βεβαίως πολέμιοι τῆς πορνείας καὶ κάθε εἴδους ἁμαρτίας ἀλλὰ ὄχι τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀκριβὼς ὅπως ὁ Χριστὸς μας ἦρθε νὰ καταργήσει τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καὶ τὸν κοσμοκράτορα ἀλλὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο ἀπό τὴν ἁμαρτία καὶ τὴ φθορά.
 

Το πρῶτο Του μάλιστα θαῦμα ὁ Χριστὸς μας δὲν τὸ ἔκανε σὲ ἕνα ἐρημικὸ καὶ ἀπόκοσμο μέρος, ἀλλὰ στὴν πιὸ κοινωνικὴ ἀνθρώπινη στιγμή, στὸ γάμο τῆς Κανά, χορηγῶντας στοὺς συνδαιτυμόνες τὸν νέο ἐξαιρετικὸ οἶνο Του καὶ ὁδηγῶντας τους ἀπὸ τὰ ὁρατὰ στὰ ἀόρατα. Ἀλλὰ καὶ στὴν προσευχή Του στὸ ὅρος τῶν ἐλαιῶν παρακαλοῦσε τὸν Πατέρα Του «οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρεις αὐτοὺς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ΄ ἵνα τηρήσης αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ» (Ιωάν. ΙΖ΄ 15). Γι΄ αῦτὸ καὶ οἱ Ἀπόστολοι εἰσῆλθαν στὸν κόσμο καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς θυσίες τους προσπάθησαν νὰ ξανακάνουν τὸν κόσμο κόσμο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν κάθε ἄνθρωπο λαμπρὸ κόσμημα ἱκανό τὰ πάντα νὰ δοκιμάζει καὶ τὸ καλὸ νὰ κατέχει.


Αὐτήν ἀκριβώς τὴν τακτική πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ καὶ μάλιστα ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι βρισκόμενοι στὸ σταυροδρόμι τῶν λαῶν καὶ τῶν πολιτισμῶν ἀγόμαστε καὶ φερόμαστε ἄλλοτε ἀπό τὸ ἀπόκοσμο καὶ ἐρημομανὲς ἀνατολίτικο ρεύμα τοῦ ἰνδουϊσμοῦ καὶ βουδισμοῦ καὶ ἄλλοτε ἀπό τὸ καταναλωτικό, κοσμικὸ καὶ φιλήδονο ρεῦμα τῆς Δύσεως. Ἄν κρατήσουμε τὸ ἑλληνοπρεπὲς μέτρο καὶ τὴν Ὀρθόδοξη ἀγαπητικὴ πορεία, τότε καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου (τῆς δημιουργίας) θὰ θαυμάζουμε καὶ τὶς θεόδοτες φυσικὲς χαρές του θὰ γευόμαστε καὶ τὸν Δοτήρα παντὸς ἀγαθοῦ καὶ κάθε χαρᾶς θὰ δοξάζουμε καὶ τὸν τρόπο ζωῆς καὶ πολιτείας Του θὰ ἀκολουθοῦμε. Ἔτσι, θὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ τὰ βαθειὰ διδάγματα τοῦ Τριωδίου, θὰ καλλιεργήσουμε τὴ φιλαδελφία καὶ τὴ φιλαλληλία καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ βελτιώσουμε τὴν πνευματικὴ μας ζωή.

B.T.