ΟΙ ΩΔΕΣ

Οἱ ᾠδὲς

Οἱ ᾠδὲς ὡς ποιητικὸ εἶδος ἦταν γνωστὲς σὲ ὅλη τὴν ἀρχαιότητα, ἑπομένως συναντῶνται καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Μὲ τὶς ᾠδὲς ὁ ποιητὴς περιγράφει καὶ ἐξαίρει γεγονότα καὶ συμβάντα, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς ἢ κάποιος δυνατὸς ἐπενέβη καὶ ἔφερε αἴσιο ἀποτέλεσμα, ἢ γιὰ τὰ ὁποῖα ὁ ποιητὴς πιστεύει ὅτι ὁ Θεὸς ἢ κάποιος ἰσχυρὸς θὰ ἐπέμβῃ γρήγορα, γιὰ νὰ φέρῃ αἴσιο τέλος καὶ μάλιστα εἶναι βέβαιος γι’ αὐτό.

Τὰ ὡς ἄνω χαρακτηριστικὰ εἶναι ἔκδηλα στὸν ἀρχικὸ κανόνα τῶν ἐννέα βιβλικῶν ᾠδῶν. Ἡ πρώτη εἶναι ὁ ὕμνος ποὺ ἔψαλαν οἱ Ἰσραηλίτες, ὅταν διέβησαν τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ ἀρχίζει: «Ἄσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται…». (Ἐξ. Ε´, 1-18).

Ἡ δεύτερη ᾠδὴ εἶναι ποίημα τοῦ Μωϋσέως, μὲ τὸ ὁποῖο ἐξέφρασε τὴν ἀγανάκτησή του κατὰ τῶν συμπατριωτῶν του, γιατί, ἐνῶ αὐτὸς τοὺς ἔφερνε τὶς θεοχάρακτες πλάκες τῆς Διαθήκης, ἐκεῖνοι ἀποστατοῦσαν καὶ λάτρευαν χρυσὸ μοσχάρι. Ἀρχίζει: «Πρόσεχε Οὐρανὲ καὶ λαλήσω καὶ ἀκουέτω ἡ γῆ ρήματα ἐκ στόματός μου…» (Δευτ. ΛΒ´, 1-43).

Ἡ τρίτη εἶναι ἡ ᾠδὴ ποὺ ἔψαλε ἡ προφῆτις Ἄννα, ὅταν γέννησε τὸν Σαμουὴλ καὶ τὸν ἀφιέρωσε στὸν Θεό. Ἀρχίζει: «Ἐστερεώθη ἡ καρδία μου ἐν Κυρίῳ, ὑψώθη κέρας μου ἐν Θεῷ μου…». (Α’ Βασιλ. Β´, 1-10).

Ἡ τετάρτη εἶναι ὕμνος τοῦ Προφήτου Ἀββακούμ, ὅταν προεῖδε τὴν Σάρκωση τοῦ Κυρίου. Ἀρχίζει: «Κύριε, εἰσακήκοα τὴν ἀκοὴν σου καὶ ἐφοβήθην. Κύριε, κατενόησα τὰ ἔργα σου καὶ ἐξέστην…». (Ἀββακ. Γ´, 1-19).

Ἡ πέμπτη εἶναι τοῦ Προφήτου Ἡσαΐα, μὲ τὴν ὁποία προλέγει τὴν Σάρκωση καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἀρχίζει: «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμα μου πρὸς σὲ ὁ Θεός, ὅτι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς». (Ἡσ. ΚΣΤ´, 9-21).

Ἡ ἕκτη περιέχει τὶς εὐχαριστίες τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ πρὸς τὸν Θεό, ποὺ τὸν ἔσωσε ἀπὸ τὸ κῆτος. Ἀρχίζει: «Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ εἰσήκουσέ μου…». (Ἰωνᾶ Β´, 3-10).

Ἡ ἑβδόμη εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ Ἀζαρίου καὶ τῶν ἄλλων δύο παίδων, Ἀνανία καὶ Μισαήλ, ποὺ ἔψαλαν, ὅταν τοὺς ἔριξαν στὴν φλεγόμενη κάμινο. Ἀρχίζει: «Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετός, καὶ δεδοξασμένον τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας…» καὶ παρακάτω λέγει: «ὅτι ἡμάρτομεν καὶ ἠνομήσαμεν ἀποστῆναι ἀπὸ σοῦ… οὐδὲ συνετηρήσαμεν οὐδὲ ἐποιήσαμεν καθὼς ἐνετείλω ἡμῖν, ἵνα εὖ ἡμῖν γένηται». (Δανιήλ Γ´, 2-21).

Ἡ ὀγδόη ἀποτελεῖ τὸν εὐχαριστήριο ὕμνο πάλι τῶν τριῶν παίδων πρὸς τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος τοὺς ἔσωσε ἀπὸ τὴν πυρά. Ἀρχίζει: «Εὐλογεῖτε πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον...» (Δανιήλ Γ´, 28-64).

Ἡ ἐνάτη εἶναι ὁ ὕμνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὅταν μετὰ τὸν Εὐαγγελισμόν της ἀπὸ τὸν Ἄγγελο ἐπισκέφθηκε τὴν Ἐλισάβετ. Ἡ ἀρχή της εἶναι γνωστή: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι μου…» (Λουκ. Α´, 46-55).

(Περισσότερα γιὰ τὶς Βιβλικὲς ᾨδὲς βλ. στὸ βιβλιαράκι «Οἱ Βιβλικὲς ᾨδὲς μετὰ εἰσαγωγῆς καὶ ἑρμηνευτικοῦ λεξιλογίου ὑπὸ Β. Τσούπρα», Ἀθῆναι 2007).

Ἡ προσπάθεια τῶν χριστιανῶν ποιητῶν ἦταν νὰ συνδυάσουν, ἰδιαιτέρως στοὺς Εἱρμούς, τὰ παλαιὰ γεγονότα, ποὺ ἐξυμνοῦν οἱ βιβλικὲς ᾠδές, μὲ τὰ νέα γεγονότα καὶ τὰ πρόσωπα, γιὰ τὰ ὁποῖα συνθέτουν τοὺς νέους Κανόνες.

Ἂν παρατηρήσωμε π.χ. ὅλες τὶς ᾠδὲς τῶν πολυαρίθμων Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ διαπιστώσωμε ὅτι ὅλοι οἱ Εἱρμοὶ τῶν πρώτων ᾠδῶν περιέχουν τὶς λέξεις «ἄσωμεν», «δοξάσωμεν», οἱ Εἱρμοὶ τῶν τρίτων ᾠδῶν τὶς λέξεις «ἐστερεώθη», «πέτρα», «ὑψώθη», οἱ τῶν πέμπτων «ὀρθρίσωμεν», «εἰρήνη», «φῶς». Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὶς ἄλλες ᾠδές, ὅπου αὐτούσιες λέξεις καὶ φράσεις τῶν παλαιῶν ᾠδῶν εὑρίσκονται στὶς νέες, γιὰ νὰ διατηρῆται ἡ οὐσιαστικὴ ἑνότητα τοῦ πνεύματος.

Θὰ παρατηρήσωμε ἐπίσης ὅτι σχεδὸν ὅλοι οἱ νέοι Κανόνες δὲν περιλαμβάνουν δευτέρα ᾠδή, γιατί ἐκείνη περιεῖχε πνεῦμα ἀγανακτήσεως, ὀργῆς καὶ πόνου καὶ τὸ περιεχόμενό της δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης, ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο ὁ Χριστός μας.

Ὁ κατ’ ἐξοχὴν Κανὼν ποὺ περιλαμβάνει τὴν δευτέρα ᾠδὴ μὲ Εἱρμὸ καὶ τροπάρια εἶναι ὁ Μέγας Κανών· καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ τονίσῃ ἀκόμη περισσότερο τὴν ἀνάγκη γιὰ μετάνοια καὶ τὰ δυσμενῆ ἐπακόλουθα τῆς ἀμετανοησίας.