«Εἴμασθε Ρωμιοί…»
τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
Πρὶν ἀπὸ χρόνια δίδασκα στὸ ἀμφιθέατρο τῆς Σχολῆς μας στοὺς πρωτοετεῖς φοιτητές. Ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς ἕδρας διέκρινα στὰ πρῶτα ἕδρανα μία ὁμάδα φοιτητῶν καὶ φοιτητριῶν, ποὺ δὲν ἔδειχναν γιὰ ἑλλαδίτες. Στὸ τέλος τοῦ μαθήματος τοὺς πλησίασα καὶ τοὺς ρώτησα γιὰ τὸν τόπο τῆς καταγωγῆς τους. Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, πού, ὅπως ἔδειχαν τὰ πράγματα, κατεῖχε καλύτερα τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, μοῦ ἀπάντησε: «Εἴμασθε Ρωμηοὶ ἀπὸ τὴ Μέση Ἀνατολή» (Λίβανο, Συρία, Παλαιστίνη κ.τ.λ). Αἰφνιδιάσθηκα, τὸ ὁμολογῶ, μὲ τὴν ἀπάντηση αὐτή, ποὺ δὲν τὴν ἀνέμενα. Ἔτσι, προχώρησα σὲ μία δεύτερη ἐρώτηση: «Γιατί εἶσθε Ρωμηοί»; Καὶ τότε ἦλθε ἡ ἀκόμη πιὸ αἰφνιδιαστικὴ ἀπάντηση: «Ἐπειδὴ ὁ αὐτοκράτοράς μας ἦταν στὴν Νέα Ρώμη, τὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ ὁ πρῶτος Ὀρθόδοξος Πατριάρχης μας εἶναι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης»!
Τότε συνειδητοποίησα ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη Ὀρθόδοξοι στὴν Μέση Ἀνατολή, ποὺ ἔχουν συνείδηση τῆς ταυτότητας καὶ τῆς ἱστορίας τους, σ’ ἀντίθεση μὲ πολλοὺς ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Νεοέλληνες, πού, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν προπαγανδιστικὴ συνθηματολογία τῶν Εὐρωπαίων, κυρίως ἀπὸ 18/19ο αἰῶνα, ἔχουμε τελείως ἀποξενωθῆ ἀπὸ τὶς ἔννοιες αὐτές, στὴν ἀκατανίκητη μανία μας τὰ ταυτισθοῦμε μὲ τήν (Δυτική) Εὐρώπη (=ἐξευρωπαισμός). Διότι μελετῶντας τὶς πηγές, διεπίστωσα τὴν τερατώδη πλαστογράφηση τῆς μέσης περιόδου τῆς ἱστορίας μας, μὲ κορύφωση τὴν καθιέρωση (1562) ἀπὸ τὴν δυτικὴ ἐπιστήμη τοῦ ἀνύπαρκτου (ὡς κρατικοῦ) ὀνόματος ΒΥΖΑΝΤΙΟ καὶ τὴν δουλοπρεπῆ ἐκ μέρους μας ἀποδοχὴ καὶ χρήση του. Ἡ αὐτοκρατορία, μέσα στὴν ὁποία ζήσαμε καὶ συναναπτυχθήκαμε οἱ Ὀρθόδοξοι πολῖτες της, εἶχε ἄλλο ὄνομα καὶ ἡ ἑνότητά της εἶχε ἄλλα θεμέλια ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἀναζήτησαν στοὺς τελευταίους αἰῶνες γιὰ τὸν ἑαυτό τους οἱ κρατικοεθνικὲς ἐθνότητες, ποὺ προέκυψαν μέσα ἀπὸ τὶς νεώτερες ἱστορικοπολιτικὲς ἐξελίξεις.
(διασκευή)


