Ὑπομονὴ ἤ ἀντίσταση;

Μαζὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν συγγενῶν καὶ φίλων σας, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, δεχτῆτε καὶ τὶς δικές μας εὐχὲς γιὰ Εὐλογημένη καὶ Δημιουργικὴ νέα χρονιά. Γιὰ νὰ ἐκπληρωθοῦν ὅμως οἱ εὐχὲς καὶ γιὰ νὰ ὑπάρξῃ πρόοδος σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς χρειάζεται καὶ οἱ εὐχόμενοι καὶ οἱ ἀποδέκτες τῶν εὐχῶν νὰ συντελέσουν ἐμπράκτως στὴ δημιουργία τῶν προϋποθέσεων γιὰ ἀνατροπὴ τῆς ζοφερῆς καταστάσεως, ὅπου βρίσκεται ἡ χώρα μας καὶ γιὰ τὴν ἔναρξη κάποιας προκοπῆς καὶ προόδου.

Μαζὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν συγγενῶν καὶ φίλων σας, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, δεχτῆτε καὶ τὶς δικές μας εὐχὲς γιὰ Εὐλογημένη καὶ Δημιουργικὴ νέα χρονιά. Γιὰ νὰ ἐκπληρωθοῦν ὅμως οἱ εὐχὲς καὶ γιὰ νὰ ὑπάρξῃ πρόοδος σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς χρειάζεται καὶ οἱ εὐχόμενοι καὶ οἱ ἀποδέκτες τῶν εὐχῶν νὰ συντελέσουν ἐμπράκτως στὴ δημιουργία τῶν προϋποθέσεων γιὰ ἀνατροπὴ τῆς ζοφερῆς καταστάσεως, ὅπου βρίσκεται ἡ χώρα μας καὶ γιὰ τὴν ἔναρξη κάποιας προκοπῆς καὶ προόδου.

Παρ’ ὅλον ὅμως ὅτι ὅλος ὁ λαὸς ζεῖ μέσα σὲ μιὰ θολὴ καὶ ἀβέβαιη κατάσταση χωρὶς φῶς καὶ ἐλπίδα, ἐν τούτοις δὲν μπορεῖ νὰ βρεθῆ κοινῶς ἀποδεκτὸς τρόπος γιὰ τὴν ἀντιμετώπισή της. Κάθε μικροομάδα, ἀναλόγως πρὸς τὶς κομματικές της καὶ ἰδεολογικές της πεποιθήσεις, ἀκολουθεῖ διαφορετικὸ ἀπὸ τὶς ἄλλες ὁμάδες δρόμο, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη γιὰ συζήτηση καὶ ἀνταλλαγὴ ἀπόψεων καὶ πείρας πρὸς εὕρεση τοῦ προσφορότερου τρόπου γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῆς χώρας μας καὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων ἀπὸ τὴν λαίλαπα τῆς συντελούμενης χρεωκοπίας.

Κυρίως δύο εἶναι οἱ πιὸ ἐπικρατοῦσες ἀπόψεις. Σύμφωνα μὲ τὴν πρώτη, τὴν ὁποία ἐκφράζουν κυρίως οἱ ἀριστεροὶ καὶ οἱ ἀκροδεξιοί, ἐπιδιώκεται ἡ γενικὴ ἀντίσταση ὅλων ἐναντίον ὅλων ἐκείνων ποὺ μᾶς ἔφεραν σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση. Ὅσοι ὅμως πρεσβεύουν αὐτὴν τὴν ἄποψη, δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν δική των εὐθύνη γιὰ τὴν γενικὴ καταστροφή, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ δὲν ἔκαναν τίποτε ἐπὶ τόσες δεκαετίες γιὰ τὸ σταμάτημα τοῦ κακοῦ, οὔτε ἐνημέρωσαν τὸν λαὸ γιὰ τὴν διόγκωση τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐπίσης, δὲν μᾶς ἐγγυῶνται ὅτι μετὰ τὶς διαμαρτυρίες, τὶς ἐξεγέρσεις, τὶς ἀλληλοσυγκρούσεις καὶ τὶς καταστροφὲς θὰ ὑπάρξουν νέοι καὶ τίμιοι ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν τάξη καὶ νὰ φέρουν τὴν πρόοδο. Ἄν λάβουμε, μάλιστα, ὑπ’ ὄψιν τὶς καταστροφὲς ποὺ συντελοῦνται κάθε φορὰ ποὺ γίνονται διαδηλώσεις, τότε ἡ προτεινόμενη λύση τῆς γενικῆς ἐξεγέρσεως ὅλων ἐναντίον ὅλων δὲν μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι θὰ φέρῃ τὴν λύση τοῦ δράματος καὶ τὴν ἐπίτευξη προόδου.

Σύμφωνα μὲ τὴν δεύτερη ἄποψη, τὴν ὁποία ἔχουν κυρίως οἱ φιλήσυχοι ἄνθρωποι καὶ πολλοὶ θρησκευόμενοι, χρειάζεται νὰ κάνουμε ὅλοι ὑπομονή, νὰ ἔχομε καρτερία, νὰ κάνομε πολλὴ προσευχὴ καὶ νὰ περιμένομε τὴν βελτίωση τῶν πραγμάτων. Ὑπενθυμίζουν, μάλιστα, ὅτι ἡ ὑπομονὴ εἶναι μεγάλη ἀρετὴ καὶ μάλιστα ὁδὸς πρὸς πνευματικὴ πρόοδο. Ἄλλωστε, ἡ ἐκδίκηση στοὺς χριστιανοὺς εἶναι ἀπαράδεκτη. Ἀκόμα καὶ ἡ ἀντίσταση φαίνεται νὰ ἀπαγορεύεται, ἀφοῦ ὁ Χριστός μας διδάσκει: «τῷ τύπτοντί σε ἐπὶ τὴν σιαγόνα, πάρεχε καὶ τὴν ἄλλην»(Λουκ., ΣΤ’, 29).

Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν πρώτη λύση, τῆς γενικῆς δηλαδὴ ἐξεγέρσεως, πράγματι ὑπάρχει πρόβλημα καὶ ἀδυναμία ἐπιτυχίας, γιατί, ὅταν σὲ μιὰ χώρα ὑπάρχουν δημοκρατικοὶ θεσμοί, οἱ λύσεις βρίσκονται ὄχι μὲ ἐξεγέρσεις, γεγονὸς ποὺ συντελεῖται σὲ τυραννικὰ καὶ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα, ἀλλὰ στὴν ἀντικατάσταση τῶν ἀνίκανων καὶ ἐπικίνδυνων πολιτικῶν μὲ ἐγνωσμένου κύρους νέα πρόσωπα διὰ τῆς ψήφου τῶν ἐλευθέρων πολιτῶν.

Τὸ δὲ σπουδαιότερο ἀκόμη εἶναι, ὅπως προαναφέραμε, ὅτι ὅλοι οἱ ἐξεγερμένοι καὶ οἱ θιασῶτες ἐπαναστατικῶν μεθόδων δὲν μᾶς δίνουν ἐγγυήσεις γιὰ τὴν ἁγνότητα τῶν προθέσεών των καὶ τὴν ὕπαρξη τιμίων πολιτικῶν. Ἄλλωστε, ἡ ἱστορία τὸ ἐπιβεβαιώνει. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἐξέγερση οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἐξουσία ὑπῆρξαν τὸ ἴδιο ἐπικίνδυνοι, ὅπως καὶ οἱ προκάτοχοί των (τρομοκρατία μετὰ τὴν γαλλικὴ ἐπανάσταση, σταλινικὸ καθεστὼς μετὰ τοὺς τσάρους, χιτλερικὴ καταπίεση μετὰ τὴν γερμανικὴ ἀστάθεια, ἑπταετὴς δικτατορία μετὰ τὴν φαυλότητα τῶν πολιτικῶν τὴν δεκαετία ‘60-‘70 ἀλλὰ καὶ πλήρης ἐξαχρείωση τῶν πολιτικῶν μας μετὰ τὴν ἑπταετία).

Ἀφοῦ λοιπόν ἡ μέθοδος τῆς γενικῆς ἐξεγέρσεως δὲν εἶναι ἡ καταλληλότερη γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς παρούσης κρίσεως, μήπως ἡ γενικὴ ὑπομονὴ εἶναι προσφορότερη; Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐξετάσομε βαθύτερα γιὰ ποιά ὑπομονὴ μᾶς μιλάει ὁ Χριστὸς καὶ γιὰ ποιά ἀντίσταση. Διότι ὁ Κύριός μας μιλάει καὶ γιὰ ἀντίσταση («ἀντίστητε τῷ πονηρῷ καὶ φεύξεται ἀφ’ ὑμῶν», Ἰάκ. 4, 7). Ἄς ἐξετάσομε προσεκτικὰ τὸν ἅγιο βίο του. Ὅταν ὁ Πιλάτος κατεδίκασε τὸν Κύριό μας στὸν διὰ Σταυροῦ θάνατο, Τὸν παρέδωσε στοὺς στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι νομίζοντας ὅτι εἶχαν μπροστά τους ἕναν κοινὸ ἐγκληματία τοῦ ἔκαναν τὰ γνωστὰ βασανιστήρια, περιπαίγματα καὶ πολλαπλὰ ῥαπίσματα καὶ μετὰ ταῦτα Τὸν σταύρωσαν. Ὁ Σωτήρας μας ὅμως πράγματι ὑπέμεινε τὰ πάντα μὲ ὑπομονὴ καὶ ἀγόγγυστα, συγχωρῶντας μάλιστα τοὺς Σταυρωτές Του.

Ὅταν, ὅμως, ἐνωρίτερα στὸ συνέδριο τῶν πρεσβυτέρων ὁ ὑπηρέτης, δηλαδὴ ἕνα ἐκτελεστικὸ ὄργανο, Τοῦ ἔδωσε ἕνα μόνον ῥάπισμα ὁ Χριστός μας δὲν ἐσιώπησε ἀλλὰ διαμαρτυρήθηκε νομίμως, λέγων: «Εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ. Εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις;» (Ἰωάν, ΙΗ’, 23), χρησιμοποίησε δηλαδὴ νόμιμα μέσα γιὰ τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν ἄρση τῆς ἀδικίας, δηλαδὴ ἔκανε ἔνσταση. Γιατί, λοιπόν, ὁ Κύριός μας στὴν μὲν περίπτωση τῶν πολλῶν καὶ ἐμπαικτικῶν ῥαπισμάτων καὶ τόσων ἄλλων βασανιστηρίων «οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ», στὴν περίπτωση ὅμως τοῦ ἑνὸς καὶ μόνον ῥαπίσματος ἀπὸ τὸν ἀρχιερέα ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ, διαμαρτύρεται καὶ ζητεῖ ἀποκατάσταση;

Ἐὰν προχωρήσουμε πιὸ πέρα, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ὁ Κύριός μας εἰσερχόμενος στὸν ναὸ καὶ βλέπων τὴν βεβήλωση τοῦ ἱεροῦ χώρου ἀπὸ κάθε εἶδος ἐκμεταλλευτῶν ὄχι ἁπλῶς δὲν ἐσιώπησε ἀλλὰ ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ φώναξε. «Μὴ ποιῆτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου» (Ἰωάν., Β’, 16). Καὶ μόνον αὐτό; Ἔφτιαξε πρόχειρο φραγγέλιο καὶ ἀνατρέποντας τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα τοὺς ἐξεδίωξε ἀπὸ τὸν ναό.

Ἀλήθεια, διερωτηθήκατε ποτέ, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, γιατί ὁ Πανάγαθος Σωτήρας μας φέρθηκε διαφορετικὰ στὴν καθεμία ἀπὸ τὶς τρεῖς παραπάνω περιπτώσεις; Στὴν πρώτη, ἔκανε πλήρη ὑπομονή, στὴν δεύτερη ἔκανε ἔννομη διαμαρτυρία καὶ στὴν τρίτη πλήρη καὶ ἐνεργητικὴ ἀντίσταση. Γιατὶ ἁπλούστατα στὴν πρώτη περίπτωση, κατὰ τὸν ἄγριο βασανισμό, οἱ ἀδικοῦντες δὲν ἐγνώριζαν ὅτι ἀδικοῦν, ἀφοῦ τοὺς παραδόθηκε ὡς κοινὸς ἐγκληματίας καὶ ἐφήρμοσαν πάνω του τὴν γνωστὴ ρωμαϊκὴ ἀγριότητα, ποὺ ἀργότερα ἐφήρμοσαν καὶ στοὺς μάρτυρες. Στὴν δεύτερη περίπτωση, τοῦ ῥαπίσματος στὸ συνέδριο, ὁ ὑπηρέτης γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι ἕως ὅτου ἀνακοινωθῆ ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφαση, ὁ ὑπόδικος ἀπαγορεύεται νὰ κακοποιηθῇ.

Ἄρα, ἡ Ἐνσαρκωμένη Ἀγάπη στὴν μὲν πρώτη περίπτωση ἔδειξε κατανόηση, στὴν δεύτερη ἔκανε νουθεσία πρὸς ὄφελος κι αὐτῶν τῶν ἀδικούντων. Ὡς ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας αὐτῆς ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος, ποὺ ἐπιστατοῦσε στοὺς βασανισμοὺς καὶ στὴν Σταύρωση, μόλις ἐπείστη ἀπὸ τὰ γεγονότα γιὰ τὴν ἀθωότητα καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ Ἐσταυρωμένου, πρῶτος ἀπ’ ὅλους ἐφώναξε ἐκεῖνο τὸ «Ἀληθῶς Θεοῦ Υἱὸς ἦν οὗτος» (Ματθ., ΚΖ’ 54). Ὁ ὑπηρέτης ὅμως τοῦ συνεδρίου καὶ ὅλο τὸ συνάφι τῶν πρεσβυτέρων, παρὰ τὰ συντελεσθέντα θαυμάσια κατὰ τὴν Σταύρωση καὶ πρὸς παντὸς παρὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, δὲν μετενόησαν. Ἐπεχείρησαν, μάλιστα, νὰ ἀποκρύψουν τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως.

Στὴν τρίτη, τώρα, περίπτωση, ποὺ ἡ ἀδικία δὲν ἐγίνετο στὸν ἴδιο ὡς ἄνθρωπο ἀλλὰ ἐβεβηλώνοντο κοινὰ καὶ μάλιστα ἱερὰ ἀγαθὰ ὁ Πανάγαθος Κύριός μας ἀπὸ ἀγάπη σταμάτησε τὴν βεβήλωση αὐτὴ καὶ γιὰ τὴν παύση τοῦ κακοῦ ἀλλὰ καὶ πρὸς διόρθωση τῶν βεβηλωτῶν. Ἄρα, ὁ Κύριός μας μᾶς ὑποδεικνύει σαφέστατα πότε καὶ πῶς νὰ κάνομε ὑπομονή (ὅταν δηλαδὴ ἡ ἀδικία εἶναι παροδικὴ καὶ κατὰ λάθος), πότε νὰ ἀσκοῦμε τὰ δικαιώματά μας (ὅταν οἱ ἀδικοῦντες ἐνεργοῦν ἐσκεμμένως, κατὰ συρροὴν καὶ κατ’ ἐξακολούθηση) καὶ πότε νὰ ἐπιχειροῦμε καθολικὴ ἀλλὰ συνετὴ ἀντίσταση (ὅταν οἱ ἀδικοῦντες προσβάλλουν κοινὰ καὶ ἱερὰ ἀγαθὰ καὶ πρὸ παντὸς ὅταν φθείρουν ἄλλους ἀνθρώπους, τοὺς ζωντανοὺς δηλαδὴ ναοὺς τοῦ Θεοῦ).

Ἑπομένως, ταυτοχρόνως καὶ ὑπομονὴ πρέπει νὰ κάνομε καὶ ἔννομη ἄσκηση τῶν δικαιωμάτων μας ὡς πολῖτες καὶ ἄνθρωποι ἀλλὰ καὶ καθολικὴ συνετὴ ὅμως καὶ συνεργατικὴ ἀντίσταση γιὰ τὴν ἄρση τοῦ κακοῦ, τὸ σταμάτημα τῆς ἀδικίας καὶ τὴν ἐκδίωξη τῶν ἐκμεταλλευτῶν καιροσκόπων καὶ τῶν ἀσύνετων πολιτικῶν, ποὺ βεβηλώνουν τὸν ἱερὸ ἑλληνικὸ χῶρο καὶ τὶς ζωντανὲς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ὅλους τοὺς Ἕλληνες.

Χρειάζεται, βεβαίως, μεγάλη διάκριση γιὰ νὰ ξέρομε κάθε φορὰ ποιά ἀπὸ τὶς τρεῖς μεθόδους πρέπει νὰ ἐφαρμόζομε. Γι’ αὐτό, ὀφείλομε ὅλοι νὰ ζοῦμε πνευματικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωή, νὰ ἔχομε μεταξύ μας συνεργασία καὶ ἀλληλοβοήθεια, ὥστε μὲ ὑπομονὴ ν’ ἀντέξομε τὶς πολλαπλὲς κακουχίες ποὺ συνεχῶς αὐξάνονται μὲ νόμιμα μέσα, νὰ διεκδικήσομε τὰ δικαιώματά μας στὴν καταπάτηση τῶν ὁποίων δὲν πρέπει ἀσφαλῶς νὰ συμμετέχομε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ μὲ συνετή, καθολικὴ καὶ συνεργατικὴ ἀντίσταση νὰ πετύχομε τὸ ποθούμενο, τὸ σταμάτημα δηλαδὴ τοῦ κακοῦ, τὴν ἀπομάκρυνση τῶν ἄχρηστων καὶ ἄχριστων ἐκμεταλλευτῶν καὶ πολιτικάντηδων καὶ τὴν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης πρὸς κοινὴ πρόοδο καὶ κοινὴ σωτηρία.

Β. Τσούπρας