Ὁ σύγχρονος νέος στὶς ἡμέρες μας, Κων. Γανωτῆ, φιλολόγου-συγγραφέως

Ὅταν βλέπει κανεὶς τὰ κοριτσάκια νὰ πηγαίνουν στὰ μαθήματα παραδοσιακῶν χορῶν, νὰ μπαίνουν στὸ κτήριο μὲ τὰ κολλητὰ κολάν τους, τὰ σορτσάκια καὶ τὰ μίνι τους, μὲ τὸ μισόγυμνο μποῦστο καὶ τὸ ἀνάλογο ὕφος, ποὺ προσαρμόζεται στὸν τρόπο τοῦ ντυσίματος, νομίζει πὼς μπαίνουν βεελζεβούλια. Σὲ λίγο μπαίνω στὸ σαλόνι ποὺ χορεύουν τὰ ἴδια κοριτσάκια ντυμένα μὲ τὶς παραδοσιακὲς στολὲς καὶ τὴν ἀπαραίτητη μαντήλα καὶ δὲν τὰ γνωρίζω· εἶναι ἄλλα πρόσωπα, ἄλλο ἦθος, πραγματικὲς καλλονὲς τὸ καθένα, χάρμα ὀφθαλμῶν καὶ ἀνάπαυση ψυχῆς. Τώρα εἶναι γραφικὲς (δηλ. ζωγραφιστὲς) Ἑλληνοποῦλες! Γιὰ τέτοιες καλλονὲς κάποτε σφάζονταν παλληκάρια… Μόλις βγάλουν τὶς στολὲς καὶ ξαναβάλουν αὐτὰ τὰ μοντέρνα κουρέλια, ξαναγίνονται διαβολάκια παίρνοντας καὶ τὸ ἀνάλογο ὕφος.

 
 Ὁ νέος τῆς ἐποχῆς μας τὶς θέλει ἔτσι. Ἔτσι γίνονται ἀναλώσιμο εἶδος γι’ αὐτόν. Καὶ ὕστερα φαίνεται ἡ ζωὴ τόσο φτωχὴ καὶ πραγματικὰ ἄσχημη, ποὺ θέλει νὰ πάρει τὴν κιθάρα του καὶ νὰ μουγγρίσει τοὺς θιβετιανοὺς σκοπούς του. Ὁ σημερινὸς νέος, ποὺ μὲ ἀπασχολεῖ, βγαίνει στὸ δρόμο μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες ἢ στὰ τιμόνια τῆς μηχανῆς του καὶ καθὼς αἰσθάνεται μέσα του δυνάμεις καὶ ταλέντα νὰ ἀσφυκτιοῦν, νιώθει μιὰ χαρὰ ὅτι θὰ δοκιμάσει πολλὰ πράγματα. Γι’ αὐτὸ βγαίνει μὲ προσδοκίες καὶ ἀπαιτήσεις μεγάλες. Μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ συμπόσιο ποὺ βλέπει νὰ τοῦ ἑτοιμάζεται, δὲν σκέφτεται πὼς «αὐτὸν τὸν κόσμο τὸν καλὸν ἄλλοι τὸν εἶχαν πρῶτα» καὶ ὅτι σ’ αὐτοὺς τοὺς δρόμους περπάτησαν κι ἐκεῖνοι, αὐτὲς τὶς θάλασσες ἔσκισαν, σ’ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες λειτουργήθηκαν, ἀπ’ αὐτὲς τὶς ἐλιὲς ἔκαναν τὸ λάδι τους, ἀπ’ αὐτὰ τἀμπέλια τὰ κρασιά τους.
«Τί μὲ νοιάζει ἐμένα γι’ αὐτά;» λέει ὁ νέος μας καὶ κατευθύνεται στὰ μπαράκια τοῦ Θησείου. Ἐκεῖ θὰ πιεῖ τὸ ποτό του καὶ θὰ πάρει τὸ βλοσυρὸ ὕφος, ποὺ ταιριάζει στὴν ὥρα. Ἔτσι θὰ γίνει «τύπος» καὶ οἱ ἄλλοι θὰ τὸν λογαριάζουν γι’ αὐτὰ ποὺ ἔχει. Αὐτὸ ποὺ εἶναι τὸ κρύβει μὲ τὴν σιωπή του ὁ νέος μας, γιατὶ πραγματικὰ κι αὐτὸς δὲν τὸ ἀντέχει.
«Ἀλήθεια, τί εἶμαι;» μπορεῖ κάποια στιγμὴ νὰ ἀναρωτηθεῖ. Ἂς εἶναι ἡ ὥρα καλή, ποὺ θὰ κάνει αὐτὴ τὴν ἐρώτηση. Εἶμαι ἕνας νέος ὀργανισμὸς ἀρκετὰ ὑγιής, ἂν καὶ εὐάλωτος σὲ πλῆθος ἀρρώστιες καὶ ἀτυχήματα. Ἔχω ἕνα μυαλό, ποὺ μοῦ ἐξασφαλίζει γνώσεις, γιὰ νὰ κάνω ἐντύπωση τώρα καὶ γιὰ ἕνα ἐπάγγελμα ἀργότερα «ἀξιοπρεπές». Ἔχω μιὰ δίψα γιὰ ἡδονὲς καὶ τῶν πέντε αἰσθήσεων καὶ μιὰ ἐμφάνιση ἑλκυστική. Σπάνια νὰ λογαριάσει ὁ νέος μας ὅτι στὰ προσόντα του εἶναι οἱ γονεῖς του, τὸ σχολεῖο ποὺ ἔχτισαν γι’ αὐτόν, οἱ γιατροὶ ποὺ τὸν φρόντισαν καὶ ἄλλα τέτοια. Αὐτὰ τὰ θεωρεῖ αὐτονόητα, ποὺ τὰ ἀπολαμβάνει αὐτοδικαίως. Καὶ «δὲν χρωστάει τίποτε γι’ αὐτά, ποὺ εἶναι ἔγνοια τῶν μεγάλων».
Ἂν τὸν ζορίσομε τὸ σημερινὸ νέο γι’ αὐτὰ τὰ δεύτερα προσόντα του καὶ γιὰ τὴν εὐχαριστία ποὺ χρωστάει γι’ αὐτά, θὰ μετανιώσομε γρήγορα.
«Τί χρωστῶ στοὺς γονεῖς μου;» θὰ πεῖ. Τὸ κέφι τους ἔκαναν γιὰ νἄχουν, ὅπως λέει κι ὁ Ἀγαμέμνων στὴν «Ἰφιγένεια ἐν Αὐλίδι», ἕνα «ἄγαλμα (σ.σ. χαρά, εὐχαρίστηση < ρ. ἀγάλλομαι) οἴκων», ἕνα παιδί, ποὺ ἔμαθε νὰ ἀπολαμβάνει, δὲν ἔμαθε ὑπομονή, ἐγκράτεια, φιλότιμο, δὲν ἔμαθε ν’ ἀγαπᾷ ἀλλὰ μόνο ν’ ἀγαπιέται, δὲν ἔμαθε νὰ ἐκτιμᾷ τὸ νερό, τὸ φαΐ, τὴ φύση, τὸ συνάνθρωπο, τὸ γονιό του. Αὐτὰ ὅλα τοῦ προσφέρονταν μὲ ἀφθονία, γιὰ νὰ κερδίσουν ἀπ’ αὐτὸν κάποια ἱκανοποίηση, ὁ ἔμπορας, ὁ δάσκαλος, ἀκόμα κι ὁ γονιός. Ἄρα τοὺς τὰ ξόφλησα ὅλα, θὰ πεῖ.
Τὸ κράτος, θὰ μᾶς πεῖ, βγάζει φόρους ἀπὸ μένα, οἱ πολιτικοὶ ἔχουν τὰ κέρδη καὶ τὰ συμφέροντά τους καὶ οἱ δάσκαλοι ἀκόμα παίρνουν γιὰ μένα τὸ μισθό τους. Ὅσο γιὰ τὴ φύση μὲ τὶς πλουτοπαραγωγικὲς πηγές της, αὐτὴ ἔγινε τυχαῖα μὲ μιὰ ἔκρηξη· ἄρα εἶναι εὑρήματα. Ὁ νέος μας δὲν εἶδε πουθενὰ τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, τὴν αὐτοθυσία, τὸν ἡρωϊσμό, τὴν εὐγνωμοσύνη, τὴν εὐλάβεια, τὴν τιμιότητα. Ἐσεῖς οἱ μεγάλοι, θὰ πεῖ, δὲν προσπαθεῖτε νὰ ἐξαπατήσετε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ὅσο μπορεῖτε; Σὲ ποιόν ἀπὸ τοὺς δύο ἀπατεῶνες χρωστῶ συμμόρφωση;

Ὁ σύγχρονος νέος στὶς ἡμέρες μας
(Μέρος β’)

Κων/νου Γανωτῆ, φιλολόγου-συγγραφέως