Χριστὸς Ἀνέστη! Πιστοὶ ἀναθαρρεῖτε!

 Χριστὸς Ἀνέστη, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, Χριστὸς Ἀνέστη καὶ τότε καὶ τώρα καὶ εἰς τοὺς   αἰῶνας, γιατὶ «Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνῄσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρωμ. ΣΤ’, 9). Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ὁ Χριστὸς Ἀναστὰς «τὸν Ἀδὰμ παγγενεῖ» συνανέστησε, δηλαδὴ ἀνέστησε μαζί Του ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

 Χριστὸς Ἀνέστη, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, Χριστὸς Ἀνέστη καὶ τότε καὶ τώρα καὶ εἰς τοὺς   αἰῶνας, γιατὶ «Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνῄσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρωμ. ΣΤ’, 9). Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ὁ Χριστὸς Ἀναστὰς «τὸν Ἀδὰμ παγγενεῖ» συνανέστησε, δηλαδὴ ἀνέστησε μαζί Του ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Ὅπως λοιπὸν στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου οὔτε ὁ Σταυρὸς οὔτε ὁ Τάφος οὔτε ὁ μέγας λίθος μπόρεσαν νὰ κρατήσουν στὸν ᾋδη τὴν Ζωή, στὴν φθορὰ τὸν Δημιουργὸ καὶ στὸ σκοτάδι τὸ Φῶς, ἔτσι καὶ τώρα ἡ ἔχθρα τοῦ κόσμου, οἱ σκοτεινὲς ὀργανώσεις, τὰ ἐκμεταλλευτικὰ κυκλώματα ἀλλὰ καὶ ἡ πολλαπλῆ ἁμαρτία δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸ φῶς τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς ἀγάπης τῶν πιστῶν χριστιανῶν, ποὺ συσταυρούμενοι μὲ τὸν Χριστὸ ἀνασταίνονται μαζί Του.

Πράγματι, ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ θάρρος, δύναμη καὶ τόλμη, γιατὶ ἔτσι ποὺ τὰ κερδοσκοπικὰ κυκλώματα κυβερνοῦν τὶς τῦχες τῶν ἀνθρώπων καὶ λαῶν κι ἔτσι ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ λαοὶ ἔχουν χάσει κάθε θάρρος καὶ σωστὸ προσανατολισμό, μόνον πίστη στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ στὴν συνανάσταση τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ μᾶς ξαναγεννήσῃ μέσα μας μιὰν ἀχτῖδα ἐλπίδος καὶ νὰ μᾶς ἐφοδιάσῃ μὲ τὸ ἀπαραίτητο θάρρος γιὰ ὁμαδικὴ δράση καὶ κοινοὺς ἀγῶνες μὲ σκοπὸ τὴν κοινὴ ἀνάσταση καὶ τὴν κοινὴ σωτηρία.

Δυναμωμένοι λοιπὸν ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ λουσμένοι στὸ ἀνέσπερο φῶς, ἀφοῦ «νῦν δὲ τὰ πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια», ἂς πάρουμε θάρρος, δύναμη κι ἐλπίδα κι ἂς ἀγωνιστοῦμε γιὰ τὴν προσωπική μας ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση καὶ τὴν ἐθνική μας ἀνάσταση. Γιὰ νὰ πετύχωμε ὅμως τὴν προσωπικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀνάσταση, χρειάζεται νὰ ἀκολουθήσωμε τὴν σταυροαναστάσιμη πορεία καὶ νὰ δράσωμε ὁμαδικῶς καὶ ὄχι ἀτομικῶς, συμμορφούμενοι στὸ «ὁμοθυμαδὸν» τῶν Ἀποστόλων καὶ στὸ «εἴμαστε στὸ ἐμεῖς καὶ ὄχι στὸ ἐγὼ» τοῦ Μακρυγιάννη.

Εἶναι ἄλλωστε ἀποδεδειγμένο ὅτι τὰ ὀργανωμένα κερδοσκοπικὰ κυκλώματα κατακυριεύουν καὶ κατεκμεταλλεύονται ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ προπαντὸς τὴν χώρα μας, ὄχι ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουν καλοὶ καὶ ἱκανοὶ ἄνθρωποι νὰ ἀντισταθοῦν, ἀλλὰ γιατὶ οἱ καλοὶ καὶ τίμιοι ἄνθρωποι δὲν συνεργάζονται, δὲν συνεννοοῦνται καὶ δὲν δροῦν ἀπὸ κοινοῦ, ἐπιτρέποντες στὰ κάθε εἴδους ἁρπακτικὰ καὶ τρωκτικὰ νὰ πίνουν τὸ αἷμα τῶν λαῶν καὶ νὰ βυθίζουν τὶς μικρὲς χῶρες στὴν φτώχεια καὶ σὲ κάθε ἐξευτελισμό.

Οἱ Μυροφόρες ὅμως, παρὰ τὴν γυναικεία τους ὑπόσταση καὶ παρὰ τὴν ἐπίγνωσή των ὅτι ὁ λίθος τοῦ Τάφου ἦταν «μέγας σφόδρα», δὲν πῆγαν στὸν τάφο μεμονωμένες ἀλλὰ ὁμαδικῶς, γι’ αὐτὸ «ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος» (Μάρκ. ΙΣΤ’, 4). Τὸ ἴδιο ἀργότερα ἔπρατταν καὶ οἱ Ἀπόστολοι, οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, οἱ Πατέρες στὶς Συνόδους καὶ γενικῶς ὅλοι οἱ ἀγωνιστὲς τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. 

Ἑπομένως, ὅσοι πιστεύομε στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ὀφείλομε νὰ ἀγωνιζώμαστε ταυτοχρόνως γιὰ τὴν προσωπικὴ καὶ ἐθνικὴ ἀνάσταση, ἀλλὰ μὲ σύνεση, συνεργασία καὶ «ὁμοθυμαδόν». Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ Ἀναστὰς Κύριός μας τονίζει «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰωάν. ΙΓ’, 35). Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ δύναμη τῶν κακῶν ποὺ κυβερνᾷ καὶ ἐκμεταλλεύεται τὸν κόσμο ἀλλὰ ἡ ἀδυναμία τῶν πιστῶν καὶ τιμίων ἀνθρώπων νὰ εἶναι σταθεροὶ στὴν πίστιν των καὶ συνεργατικοὶ στὶς πράξεις καὶ τὶς προσπάθειές των.

Ἐμπρὸς λοιπόν, ἀγαπητοί μας ἀναγνῶστες, ἂς ἀκολουθήσωμε πιστὰ τὸν Ἀναστάντα Λυτρωτὴ καὶ ἂς δημιουργήσωμε τοπικὲς ὁμάδες γιὰ ἀλληλοβοήθεια καὶ κοινὴ δράση. Μέσα ἀπὸ τέτοιες ζωντανὲς κυψέλες θὰ προέλθουν εὐλαβεῖς κληρικοί, σώφρονες διδάσκαλοι καὶ τίμιοι καὶ ἱκανοὶ πολιτικοί, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τὸν λαό μας στὴν ἱστορική, σταυροαναστάσιμη πορεία πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ κοινὴ σωτηρία. Ἂς μὴν ἀρκεστοῦμε μόνον στὰ παράπονα καὶ στὶς γκρίνιες ἀλλά, ἀναθαρροῦντες μὲ τὴν δύναμη τῆς Ἀναστάσεως, ἂς κάνωμε ἐπιτέλους τὴν πίστη πράξη, τὴν ἐλπίδα δράση καὶ τὴν ἀγάπη ζῶσα καὶ δρῶσα.

Β. Τσούπρας