1940: ΤΑ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΟΥΜΕ ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου Καθηγητού
Η ορθόδοξη θεολογία μας δεν είναι θεωρητικό σχήμα και δεν υπάρχει για να
ικανοποιεί τη διάνοιά μας, αλλά είναι βίωμα, τρόπος ζωής, μέθεξη της Θεότητας και
κατά χάριν θέωση. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά της με τη δυτική και γενικά τη
θεολογία των αιρετικών, η οποία ικανοποιεί διανοητικά σχήματα, δίνει την
ψευδαίσθηση της δήθεν πληρότητας της αλήθειας και γι’ αυτό οδηγεί από κακοδοξία
σε κακοδοξία και από αίρεση σε αίρεση. Αντίθετα η προσέγγιση της θεολογίας της
Εκκλησίας μας ως εκκλησιαστικό βίωμα, ως κατά φύσιν τρόπο υπάρξεως, δε
διδάσκει απλά την αλήθεια, αλλά την μεταποιεί σε μεταμόρφωση των πιστών, μέχρι
του σημείου να έχουν θεοπτία, ζωντανή αίσθηση των ακτίστων ενεργειών του Θεού
στην καθημερινή τους ζωή. Το γεγονός αυτό το βίωσαν οι άγιοι της Εκκλησίας μας.
Ένας από αυτούς που αξιώθηκε να δει το άκτιστο φως του Θεού με τα σωματικά
του μάτια, είναι και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ένας από τους μεγαλυτέρους
Πατέρες και Θεολόγους της Εκκλησίας μας. Γεννήθηκε το 957 στη μικρασιατική
πόλη Γαλάτεια της Παφλαγονίας και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Οι
ευγενείς γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σοβαρή παιδεία, διότι τον προόριζαν
για υψηλά κρατικά αξιώματα. Σε ηλικία έξι χρονών τον έστειλαν στην
Κωνσταντινούπολη να σπουδάσει. Αναδεικνύεται σύντομα μια σημαίνουσα
προσωπικότητα της Βασιλεύουσας. Με τη βοήθεια ενός θείου του ευγενούς ορίζεται
ως σπαθαροκουβιλάριος, με τη δυνατότητα να αναχθεί συγκλητικός. Ασκεί τα
καθήκοντά του με επιτυχία, αλλά και ταπείνωση. Δεν τον συνεπαίρνει η λαμπρότητα
της κοσμικής εξουσίας και δε σκόπευε να περάσει όλη του τη ζωή ανάμεσα στους
μωροφιλόδοξους ευγενείς της εξουσίας.
Η γνωριμία του και η πνευματική σχέση του με τον στουδίτη άγιο Συμεών τον
Ευλαβή, του αλλάζει τη ζωή. Μετά το θάνατο του Νικηφόρου Φωκά το 969,
εγκαταλείπει τη θέση του και αποσύρεται στην ονομαστή Μονή για να ζήσει κοντά
στον πνευματικό του. Εκείνος δε συμφωνεί, διότι ήταν μόνο 14 ετών, και τον
συμβουλεύει να γυρίσει ξανά στη θέση του.
Σε ηλικία 20 ετών δέχτηκε μια ιδιαίτερη ευλογία από το Θεό. Μια νύχτα ενώ
προσευχόταν θερμά, γέμισε το δωμάτιό του από ένα εκτυφλωτικό και ανεξήγητο φως.
Ο Συμεών έπεσε σε έκσταση και είχε την αίσθηση ότι είχε ανυψωθεί στον ουρανό.
Μια ανεξήγητη χαρά γέμισε την ψυχή του για τη θεία οπτασία. Έτρεξε αμέσως στον
πνευματικό του στον οποίο δηγήθηκε την οπτασία και τον παρακάλεσε να τον δεχτεί
κοντά του. Εκείνος και πάλι αρνήθηκε, προφανώς, από θεία έμπνευση για να
σμιλευτεί ακόμα η θέληση του μαθητή του.
Σε ηλικία 26 ετών επαναλήφτηκε η θαυμαστή οπτασία. Εκείνο τον καιρό του είχε
ανατεθεί μια υπηρεσιακή αποστολή στην πατρίδα του. Πριν αναχωρήσει ανακοίνωσε
στον πνευματικό του και τη νέα οπτασία. Εκείνος του αποκάλυψε ότι ήταν σε ηλικία
που μπορούσε να γίνει μοναχός. Η χαρά του υπήρξε απρόσμενη. Πραγματοποίησε το
ταξίδι του και με την ευκαιρία, ανακοίνωσε στους γονείς του την πρόθεσή του να
ακολουθήσει το μοναχικό βίο. Εκείνοι αντέδρασαν βίαια και προσπάθησαν να τον
μεταπείσουν, διότι έβλεπαν τη λαμπρή καριέρα που απλωνόταν μπροστά του. Εκείνος
παραμένει αμετάπειστος. Αποσύρθηκε στη Μονή του Στουδίου, όπου εκάρη μοναχός
και έλαβε το μοναχικό όνομα του πνευματικού του, Συμεών.
Αλλά δεν άργησαν οι πειρασμοί. Η υπακοή του στον πνευματικό του κίνησε το
φθόνο των συμμοναστών του, διότι έπρεπε να υπακούει μόνο στο ηγούμενο Πέτρο.
Γι’ αυτό αναγκάστηκε να φύγει και να εγκατασταθεί. Τότε ήταν που είδε και τρίτη

κατά σειράν θεία οπτασία. Εγκαταστάθηκε στην παρακείμενη Μονή του Αγίου
Μάμαντα του Ξηροκέρκου, όπου ηγούμενος ήταν ο ευλαβής Αντώνιος. Ήρθε ο
πατέρας του με αρκετούς συγκλητικούς για να τον μεταπείσουν να γυρίσει στον
κόσμο. Εκείνος αρνείται και πάλι, ενώ ταυτόχρονα βλέπει και τέταρτη θεία οπτασία.
Ήταν 29 ετών, όπου ο ηγούμενος κοιμήθηκε. Ύστερα από απαίτηση της αδελφότητας
της Μονής και τη σύμφωνη γνώμη του Πατριάρχη Νικολάου Β΄ του Χρυσοβέργη,
εκλέχτηκε ηγούμενος της Μονής. Κατά τη διάρκεια της χειροτονίας του σε
πρεσβύτερο είδε και πέμπτη θεία οπτασία.
Ως ηγούμενος της Μονής του Αγίου Μάμαντα ο Συμεών κλήθηκε να
αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα, από οικοδομικές εργασίες της Μονής ως και αυτή
την πνευματική καλλιέργεια της αδελφότητας. Ως νηπτικός μοναχός και μυστικός
θεολόγος ομιλούσε για «θείο έρωτα» και για έλλαμψη του «θείου φωτός». Οι μοναχοί
επειδή δεν τον καταλάβαιναν τον θεώρησαν αιρετικό και του κήρυξαν τον πόλεμο.
Μερικοί κατέφυγαν στον Πατριάρχη για να καθαιρεθεί. Εκείνος τον κήρυξε αθώο.
Παρέμεινε στη θέση του ηγουμένου για 25 χρόνια. Το 1013, σε ηλικία 57 ετών, αφού
παρέδωσε την ηγουμενία στον μαθητή του Αρσένιο αποσύρθηκε σε κοντινό
ησυχαστήριο και επιδόθηκε στην άσκηση και το συγγραφικό έργο. Όμως ο
μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος κατόρθωσε να πείσει τον Πατριάρχη να τον
στείλει εξορία, στην περιοχή της Χρυσούπολης, επειδή θεωρούσε τον πνευματικό του
πατέρα Συμεών, άγιο. Εγκαταστάθηκε σε κάποιο ερημοκκλήσι της Αγίας Μαρίνας,
όπου κοιμήθηκε ειρηνικά το έτος 1037 σε ηλικία 80 ετών, αφού είχε προβλέψει τον
θάνατό του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Νοεμβρίου.
Ο άγιος Συμεών έλαβε τον τίτλο του νέου θεολόγου, διότι ανήκει στους μεγάλους
διδασκάλους της Εκκλησίας μας. Ανήκει στους μυστικούς θεολόγους, ο οποίος
καλλιέργησε και βίωσε τη μυστική θεολογία, ως θεοπτία. Τα έργα του « Ύμνοι Θείων
Ερώτων», «Κατηχήσεις» και «Πρακτικά και Θεολογικά Κεφάλαια», αποτέλεσαν τη
βάση της μετέπειτα μυστικής θεολογίας και της πνευματικής ζωής των πιστών.

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΓΡΑΠΤΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΓΡΑΠΤΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

         Μια από τις ηρωικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και η περίοδος της εικονομαχίας (726-842), κατά την οποία ανεδείχθησαν πλήθος ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπερασπίσθηκαν με σθένος την Ορθοδοξία, ορθώνοντας το ανάστημά τους στους διώκτες των Ιερών Εικόνων, οι οποίοι έχοντας την αυτοκρατορική δύναμη, δίωκαν με μανία τους ομολογητές της Ορθοδοξίας.        

       Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Θεοφάνης ο επονομαζόμενος Γραπτός. Γεννήθηκε στην Παλαιστίνη το 745. Πατέρας του ήταν ο ευσεβής Ιωαννάς, ο οποίος φρόντισε να μεταδώσει, τόσο στον ίδιο, όσο και στον αδελφό του Θεόδωρο την ευσέβεια. Φρόντισε επίσης να τους μορφώσει, στέλνοντάς τους στη φημισμένη Μονή του Αγίου Σάββα, κοντά στο σοφό διδάσκαλο Γέροντα Μιχαήλ, να σπουδάσουν την ιερή επιστήμη της Θεολογίας, καθώς και αρχαία Ελληνικά, γραμματική, ποίηση, μουσική κλπ.

       Τα δύο αδέλφια έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια στις σπουδές τους και επίσης μυήθηκαν στην ορθόδοξη πνευματικότητα και στο μοναχικό ασκητικό πνεύμα. Ο δάσκαλός τους Μιχαήλ το 811 τους πήρε μαζί του, ως υποτακτικούς του στη Μονή των Σπουδαίων, κοντά στο ναό της Αναστάσεως. Κατόπιν ο Πατριάρχης Θωμάς τους χειροτόνησε ιερείς και τους έστειλε πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη, προκειμένου να στηρίξουν τους διωκόμενους Ορθοδόξους από τους διώκτες τους εικονομάχους, αλλά και να ζητήσουν τη στήριξη για τις απειλές και τις διώξεις που ασκούσαν οι Άραβες μουσουλμάνοι κατά του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων. Εγκαταστάθηκαν στην περίφημη Μονή της Χώρας.

       Αλλά, λίγο αργότερα, το 815 πέθανε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβές (811-813) και ανέβηκε στο θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (813-820), ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη περίοδο της εικονομαχικής έριδας. Διέταξε την πλήρη απαγόρευση προσκύνησης και τιμής των Ιερών Εικόνων, ακόμα και με την ποινή του θανάτου, την καταστροφή όλων των Εικόνων και το ασβέστωμα των τοιχογραφιών των ναών. Τότε τα δύο αδέλφια, Θεοφάνης και Θεόδωρος, μαζί με το δάσκαλό του Μιχαήλ, παρουσιάστηκαν στον ασεβή αυτοκράτορα και τον ήλεγξαν για το διάταγμά του. Ο Λέων, όχι μόνον δεν έδειξε σημάδια συνετισμού, αλλά διέταξε τον άγριο βασανισμό τους. Τους μαστίγωσαν άγρια και τους έκλεισαν στη φυλακή. Αφού απέκρουσαν και τις προσπάθειες του μελλοντικού εικονομάχου Πατριάρχη Ιωάννου Γραμματικού, να συμμορφωθούν με το αυτοκρατορικό διάταγμα, τους ξεχώρισαν. Έκλεισαν τα δύο αδέλφια σε ένα φρούριο στο Βόσπορο, στερώντας τους ακόμα και την τροφή.  

      Μετά τη δολοφονία του Λέοντα (820) κόπασαν οι διωγμοί των Ορθοδόξων και τα δύο αδέλφια εγκαταστάθηκαν στην Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ  του Σωσθενίου στο Βόσπορο, οι οποίοι με τον υποδειγματικό ασκητικό τους αγώνα και τις πολλές επιστολές τους στερέωσαν την ορθόδοξη πίστη. Αλλά το 829 ανέβηκε στο θρόνο ο επίσης φανατικός εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος (829-842), ο οποίος εγκαινίασε νέα σφοδρή εικονομαχική περίοδο, καταδιώκοντας απηνώς τους ομολογητές Ορθοδόξους. Τα δυο αδέλφια εξορίστηκαν στη νήσο Αφουσία, το 834, μαζί με άλλους ορθοδόξους ομολογητές. Επειδή δεν πειθάρχησαν, και ασκούσαν σφοδρή κριτική κατά των εικονομάχων και του Παλατίου, κλήθηκαν το 836 σε νέα ανάκριση από τον αυτοκράτορα. Οι δύο ομολογητές μοναχοί ήλεγξαν και πάλι με θάρρος και παρρησία τον ασεβή αυτοκράτορα, ομολογώντας την ορθόδοξη πίστη. Υποβλήθηκαν και πάλι σε νέα βασανιστήρια. Με πυρωμένο σίδερο έγραψαν στα

μέτωπά τους δώδεκα ιμαβικούς στίχους, με την αιτία των διώξεών τους. Γι’ αυτό ονομάστηκαν από τότε Γραπτοί.  Στη συνέχεια τους έριξαν στην πιο υγρή και σκοτεινή φυλακή του Πραιτωρίου, με στόχο να πεθάνουν απομονωμένοι. Τότε πήραν επιστολές παρηγορητικές από το δάσκαλό τους Μιχαήλ και τον άγιο Μεθόδιο, ενθαρρύνοντας τους να υπομείνουν ως τέλους τα μαρτύρια. Σε λίγο καιρό τους έστειλαν σε νέα εξορία στην Απάμεια της Βιθυνίας (Μουδανιά), όπου όμως έγιναν ενθουσιωδώς δεκτοί από το λαό. Ο Θεόδωρος, κοιμήθηκε το 838, εξουθενωμένος από τις κακουχίες. Ο αδελφός του Θεοφάνης, αψηφώντας την διαταγή του αυτοκράτορα, να μείνει άταφο το σώμα του, το ενταφίασε, συνθέτοντας και έναν εξαίσιο ποιητικό κανόνα.

      Μετά από την θαρραλέα αυτή πράξη του, ο Θεοφάνης εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάστηκε δραστήρια για την επικράτηση του Ορθοδόξου Δόγματος και την απόκρουση της αιρέσεως της εικονομαχίας. Αλλά το 842 πέθανε ο ασεβής Θεόφιλος και στο θρόνο ανέβηκε ο ανήλικος γιός του Μιχαήλ Γ΄ (842-867),   τον οποίο επιτρόπευε η ευσεβής αυτοκράτειρα αγία Θεοδώρα, η οποία έπαυσε αμέσως τους διωγμούς, επανέφερε σε ισχύ τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787) και το 842 αναστήλωσε οριστικά τις άγιες Εικόνες. Παράλληλα επανέφερε από την εξορία και έβγαλε από τις φυλακές τους ομολογητές της πίστεως. Ο Θεοφάνης ανακλήθηκε από την εξορία και ο Πατριάρχης άγιος Μεθόδιος το 842 τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Νικαίας. Εκεί πέρασε το υπόλοιπο του πολυτάραχου επίγειου βίου του, ποιμαίνοντας θεοφιλώς το ποίμνιό του, προσευχόμενος και ασκούμενος. Ως άφθαστος ποιητής και υμνογράφος συνέθεσε πλήθος εκκλησιαστικών ύμνων, οι οποίοι ψάλλονται μέχρι σήμερα κατά τις δεσποτικές και θεομητορικές εορτές και σε μνήμες αγίων. Κοιμήθηκε ειρηνικά την 11η Οκτωβρίου του 845. Ανακηρύχτηκε άγιος και η σεπτή μνήμη του εορτάζεται την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.

      Ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός συγκαταλέγεται στους μεγάλους Πατέρες,  Ομολογητές και υμνογράφους της Εκκλησίας μας, ο οποίος αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην ομολογία και την προάσπιση της Ορθοδόξου πίστεως, της μόνης αληθινής και σώζουσας πίστεως. Τόσον αυτός, όσο και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι (πρέπει να είναι) και σε μας σήμερα τα μεγάλα ζωντανά παραδείγματα, να μην κάνουμε την παραμικρή έκπτωση και υποχώρηση στα θέματα της πίστεως, όπως έκαμαν και εκείνοι!  

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Απόστολος Ιωάννης: Ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού

ioannis theologos

Γράφει ο Λάμπρος Κ. Σκόντζος στην Romfea.gr
Καθηγητής – Θεολόγος


Ο απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης ανήκει στα ιερά εκείνα πρόσωπα που αποτελούσαν το στενό κύκλο των μαθητών του Κυρίου. Μάλιστα αναφέρεται ως «ο μαθητής ον ηγάπα ο Ιησούς» (Ιωάν.13,23).

Ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης (Ματθ.4,21. Μαρκ.15,40) και αδελφός του αποστόλου Ιακώβου.

Η μητέρα τους ήταν πιθανότατα συγγενής, ίσως εξαδέλφη της Θεοτόκου, που σημαίνει ότι οι δυο αδελφοί απόστολοι ήταν κατά σάρκα εξαδέλφια του Κυρίου και σ’ αυτό ίσως έγκειται η οικειότητά τους με Αυτόν, ιδιαίτερα του Ιωάννη.

Ο Ιωάννης, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο, ζούσαν με την οικογένειά τους στην Γαλιλαία και διατηρούσαν επικερδή και εύρωστη αλιευτική επιχείρηση, έχοντας δικό τους πλοίο και εργάτες (Μαρκ.1,20).

Φαίνεται πως οι οικογένεια τους ήταν εύπορη. Αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι η Σαλώμη, η μητέρα τους, ήταν μια από τις μαθήτριες του Κυρίου, η οποία τον υπηρετούσε από των υπαρχόντων της (Λουκ.8,3. Μαρκ.15,40).

Η αγορά επίσης των πανάκριβων αρωμάτων για να αλείψουν το νεκρό σώμα του Χριστού μαρτυρεί αυτόν τον ισχυρισμό (Μαρκ.16,1).

Ότι επίσης ο Ιωάννης έλαβε την μητέρα του Ιησού υπό την δική του φροντίδα είναι ένδειξη οικονομικής ανέσεως της οικογένειάς του.

Φαίνεται επίσης πως η οικογένεια του Ιωάννη είχε και κοινωνική καταξίωση, διότι ήταν γνωστός στον πανίσχυρο και απλησίαστο αρχιερέα Καϊάφα και έτσι δυνήθηκε να εισέλθει στο συνέδριο, που δίκαζε τον Ιησού μαζί με τον Πέτρο (Ιωάν.18,15).

Ο Ιωάννης από μικρός υπήρξε πιστός μαθητής του Ιωάννου του Βαπτιστού.

Με μεγάλη προσοχή άκουε από τον μεγάλο ερημίτη και προφήτη τις περί του Μεσσία προαγγελίες του.

Επιθυμούσε με λαχτάρα να έρθει στις μέρες του και να τον γνωρίσει.

Κάποια μέρα ο Βαπτιστής, έχοντας μαζί του τους δυο μαθητές του, Ιωάννη και Ανδρέα, είδε τον Ιησού να βαδίζει κοντά.

Τότε μαρτύρησε γι’ Αυτόν λέγοντας: «ίδε ο Αμνός του Θεού» (Ιωάν.1,37). Αμέσως οι δυο μαθητές ακολούθησαν τον Ιησού και τον ρώτησαν που μένει.

Αυτός τους είπε: «έρχεσθε και ίδετε» (Ιωάν.1,40). Αυτοί είδαν που μένει και έμειναν μαζί Του όλη την ημέρα.

Ο Ιωάννης συγκινήθηκε αφάνταστα από αυτή τη συνάντηση γι’ αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο. Άφησαν την αλιευτική επιχείρηση και ακολούθησαν τον Κύριο (Μαρκ.1,20).

Ο Ιωάννης ανήκε, όπως προαναφέραμε, στον στενό κύκλο των τριών μαθητών του Κυρίου. Συμπεραίνεται ότι ήταν ο μικρότερος στην ηλικία μαθητής του, σχεδόν έφηβος.

Ο υπέροχος χαρακτήρας του, η υπακοή του, η πίστη και η αφοσίωσή του στον Κύριο, είχαν ως συνέπεια να είναι λίαν αγαπητός από τον Ιησού και τους άλλους αποστόλους.

Εξ’ αιτίας του σπάνιου αυθορμητισμού του επονομάστηκε από τον Κύριο Βοαναργές (= υιός βροντής), όπως και ο αδελφός του Ιάκωβος.

Κάποια ημέρα όταν διέρχονταν κάποια κώμη της Σαμάρειας και οι κάτοικοι δεν τους δέχτηκαν, ζήτησε από τον Κύριο να πέσει φωτιά από τον ουρανό και να τους αφανίσει.

Φυσικά ο Χριστός τους απάντησε πως: «Ουκ οίδατε ποίου πνεύματος εστέ υμείς΄ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων απολέσαι, αλλά σώσαι» (Λουκ.9,54).

Ως στενός μαθητής του Χριστού ευτύχησε να δει το θαύμα της Μεταμορφώσεως του Κυρίου (Ματθ.17,1.Μάρκ.9,2), την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου (Μαρκ.5,35.Λουκ.8,51) και να βιώσει την αγωνία του Διδασκάλου Του στον κήπο της Γεθσημανή (Ματθ.26,37.Μαρκ.14,33).

Μαζί με τον Πέτρο στάλθηκε να ετοιμάσει τον Πασχάλιο Δείπνο (Λουκ.22,8). Κατά την ώρα του Δείπνου έπεσε στο στήθος του Κυρίου, παρακαλώντας Του να τους αποκαλύψει ποιος είναι ο υποψήφιος προδότης μαθητής (Ιωάν.13,25).

Βρήκε το θάρρος και παρέστη στη δίκη του Ιησού (Ιωάν.18,16) και παραστάθηκε περίλυπος κάτω από το σταυρό στον φρικτό Γολγοθά.

Ευτύχησε επίσης να γίνει ο προστάτης της Θεομήτορος κατά παράκληση του Εσταυρωμένου Διδασκάλου Του (Ιωάν.19,26).

Αξιώθηκε να είναι ο πρώτος μαθητής που είδε το κενό μνημείο (Ιωάν.20,2-4).

Το άτοπο της αιτήσεως πρωτοκαθεδρίας στην εγκόσμιο βασιλεία του Χριστού, όπως εσφαλμένα την φανταζόταν, προκάλεσε την αγανάκτηση των άλλων μαθητών, όμως όπως φαίνεται αμέσως συνετίσθηκε (Μάρκ.10,35).

Μετά την Πεντηκοστή έμεινε κατ’ αρχήν στην Ιερουσαλήμ ως σημαίνον στέλεχος της Εκκλησίας (Γαλ.2,9).

Μαζί με τον Πέτρο ποιούσαν, δια του Κυρίου εξαίσια θαύματα (Πράξ.3,7). Στάθηκαν με παρρησία απέναντι στους αρχιερείς και ομολόγησαν τον Χριστό (Πράξ.4,13-22). Απεστάλη μαζί με τον Πέτρο στην Σαμάρεια να κηρύξουν το λόγο του Θεού (Πράξ.8,14).

Αργότερα μετέβη στην Μ. Ασία, όπου κήρυξε το ευαγγέλιο και έγινε επίσκοπος της Εφέσου.

Το 95 μ. Χ. κατά τον άγριο και σκληρό διωγμό του ρωμαίου αυτοκράτορα Δομετιανού, εξορίσθηκε στην Πάτμο, όπου έγραψε το βιβλίο της Αποκαλύψεως.

Πέθανε σε βαθύτατο γήρας περί το 100 μ. Χ. στην Έφεσο. Κατά την παράδοση, όταν πραγματοποιήθηκε ανακομιδή δεν βρέθηκε το σεπτό του λείψανο.

Η Εκκλησία μας διδάσκει την πίστη ότι μετέστη ενσώματος στον ουρανό από τον Κύριο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου.

Ο Ιωάννης έγραψε το ομώνυμο Ευαγγέλιο, τρεις Καθολικές Επιστολές και την Αποκάλυψη, τα οποία είναι ενταγμένα στην Καινή Διαθήκη.

Θεωρείται ο ευαγγελιστής του Θεού Λόγου, δηλαδή του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, ο οποίος «σάρξ εγένετο» (Ιωάν.1,14), προκειμένου να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και το θάνατο και γι’ αυτό η Εκκλησία μας τον προσονόμασε Θεολόγο.

Στα ιερά συγγράμματά του είναι έκδηλη η προτροπή του για αγάπη στους ανθρώπους, όπως τη δίδαξε ο Χριστός, γι’ αυτό και αποκαλείται ο ευαγγελιστής της αγάπης.

Τέλος ο Ιωάννης θεωρείται και προφήτης, διότι στο θαυμαστό βιβλίο του, την Αποκάλυψη, προλέγει την ολοκληρωτική συντριβή της δύναμης και της εξουσίας του διαβόλου και τον τελικό θρίαμβο του Χριστού και των πιστών Του.

Με αφορμή τη μνήμη της μεταστάσεως του αγαπημένου μαθητού του Κυρίου μας, του αποστόλου Ιωάννη του Θεολόγου, που τιμάται στις 26 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύουμε το πόνημα του αγαπητού μας αδελφού μας κ. Λάμπρου Σκόντζου.

Είναι πολύ σημαντικό να βλέπουμε πως τα μέσα και τα έργα βασανισμού μετατρέπονται με τη Θεία Χάρη του Αγίου Πνεύματος και την πίστη των μαρτύρων, σε «Μαρτύρια» ένδοξους τόπους, και αντικείμενα Θείας λατρείας, ο σταυρός από όργανο μαρτυρίου γίνεται μέγιστο σημείο του Χριστιανισμού, οι αλυσίδες του Αγίου Πέτρου από δεσμά γίνονται τίμια ενθύμια η Πάτμος από γυμνός τόπος και άνυδρος εξορίας γίνεται το Ιερό προσκύνημα του Αγίου Ιωάννου και τόπος συγγραφής της Αποκαλύψεως κτλ. Τα πάντα η Θεία Χάρις αναγεννά και φωτίζει !

Βίος και πολιτεία του Αγίου Ευσταθίου του Μεγαλομάρτυρα († 20 Σεπτεμβρίου)

Στις 20 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη μιας αγίας οικογενείας. Μιας οικογενείας μαρτύρων πού την αποτελούσαν ο άγιος Ευστάθιος, η σύζυγος του αγία Θεοπίστη και τα δύο παιδιά τους, οι άγιοι Αγάπιος και Θεόπιστος.

Στα 98 μ. Χ. ο Πλακίδας, αυτό ήταν το πρώτο όνομα του αγίου Ευσταθίου, διαπρέπει σαν στρατηλάτης ενδοξότατος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Δεν είναι μόνο η ευγενής καταγωγή και ο πλούτος, πού τον κάνουν να ξεχωρίζη, αλλά και οι εξοχές νίκες και τα ανδραγαθήματα του. Κι από κοντά ο ψυχικός του πλούτος. Συνετός, εγκρατής και σώφρων, δίκαιος και ελεήμων, αποτελεί αν και ειδωλολάτρης ακόμα μια εκλεκτή ψυχή. Σ’ αυτές του τις αρετές του μοιάζουν και η σύζυγος και οι δύο γιοι του.

Ένα τέτοιο ευγενικό θήραμα ήταν αδύνατο να ξεφύγη από τα δίχτυα της αγάπης του θείου Κυνηγού. Έτσι λοιπόν κάποια μέρα πού ο Πλακίδας γύμναζε το στρατό στο κυνήγι, τράβηξε την προσοχή του κάποιο ελάφι, πού ενώ έτρεχε, στρεφόταν και τον κοίταζε στα μάτια. Όρμησε να το κυνηγήση, αλλ’ εκείνο βρέθηκε μ’ ένα πήδημα στο χείλος ενός μεγάλου χάσματος, αφήνοντας αντίκρυ τον έφιππο Πλακίδα. Και ξαφνικά βλέπει ο στρατηλάτης ανάμεσα στα κέρατα του ελαφιού έναν υπέρλαμπρο σταυρό με τον Εσταυρωμένο. Ακούει και μια φωνή, πού του αποκαλύπτει ότι Αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός, ο μόνος αληθινός Θεός, και τον καλεί να πιστέψη και να βαπτιστή.
Το ελάφι εξαφανίζεται και ο Πλακίδας επιστρέφει στο σπίτι του. Πριν προλάβη όμως να εξιστόρηση το συνταρακτικό γεγονός στη σύζυγο του, εκείνη του φανερώνει ότι ο Θεός των χριστιανών αποκαλύφθηκε και σ’ αυτήν καλώντας την να πιστέψη με όλη την οικογένεια της. Την ίδια νύχτα δέχεται ή οικογένεια το άγιο βάπτισμα από τον επίσκοπο της Ρώμης.

Το άλλο πρωί ο άγιος Ευστάθιος πηγαίνει πάλι στο μέρος όπου του είχε αποκαλυφθή το όραμα του ελαφιού. Κι εκεί ακούει νέα συνταρακτική αποκάλυψη:
Θα πάθης όσα έπαθε και ο Ιώβ τον παλαιό καιρό, αλλά στο τέλος θα νικήσης τον διάβολο… Ανδρίζου, Ευστάθιε, και αγωνίζου στον δρόμο της αρετής. Το θέλημα του Κυρίου ας γίνη, απάντησε ο Ευστάθιος. Το ίδιο είπε και η αγία Θεοπίστη, όταν της φανέρωσε την πρόρρηση.εν περνούν λίγες μέρες και ο στίβος του αγώνα για τον νεοφώτιστο στρατηλάτη ανοίγεται. Από λοιμώδη ασθένεια πεθαίνουν όλοι οι υπηρέτες και οι άνθρωποι του σπιτιού του. Αρρωσταίνουν και ψοφούν τα άλογα και τα άλλα ζώα του. Κι ενώ κάποια μέρα απουσιάζουν από το σπίτι, μπαίνουν σ’ αυτό κλέφτες και τους παίρνουν ό,τι έχουν. Μένουν μόνο με τα ρούχα πού φορούν. Οι μέχρι πριν λίγο πλουσιώτατοι και ενδοξότατοι άρχοντες κατάντησαν φτωχοί και αξιολύπητοι.

Αποφασίζουν τότε να εγκαταλείψουν τη Ρώμη και να πάνε σε τόπο άγνωστο. Σαν τον πιο κατάλληλο βρίσκουν τα Ιεροσόλυμα, και ξεκινούν για κει. Κανείς τους βέβαια δεν μπορεί να φανταστή αυτά πού θα ακολουθήσουν. Στο τέλος του θαλασσινού ταξιδιού τους ο βάρβαρος και άνομος πλοίαρχος, ζητώντας υπέρογκα ναύλα, κρατάει τη Θεοπίστη στο πλοίο του αποχωρίζοντας την έτσι από την οικογένεια της.

Με οδύνη αβάσταχτη ο πονεμένος σύζυγος συνεχίζει τον δρόμο του με τα δύο παιδιά του ως την όχθη ενός μεγάλου ποταμού. ‘Εκεί αναγκάζεται ν’ αφήση το μεγαλύτερο παιδί, για να πέραση πρώτα το μικρότερο απέναντι. Καθώς όμως επιστρέφει να πάρη και το άλλο, βλέπει ότι το έχει αρπάξει ένα λιοντάρι. Γυρίζει τότε και βλέπει πώς και το μικρότερο το άρπαξε ένας λύκος. Μέσα στα δάκρυα του θυμάται ο άγιος την πρόρρηση του Κυρίου, ότι θα πέραση όσα και ο Ιώβ. Ίσως και περισσότερα, θα έλεγε κανείς. Γιατί ενώ ο Ιώβ είχε ένα κομμάτι γης για ν’ αναπαύεται, έστω και πάνω στην κοπριά, αυτός περιφέρεται ξένος σε ξένη χώρα. Εκείνος είχε κοντά του τουλάχιστον τους φίλους και τη γυναίκα του, ενώ ο άγιος απέμεινε έρημος από ανθρώπους.

Είναι φυσικό να συγκλονίζεται η ψυχή πού χτυπιέται από τέτοια και τόσα κύματα. Μα όταν αυτή είναι γαντζωμένη γερά στην αγάπη του Χριστού, δεν λυγίζει, δεν σαλεύει από την πίστη της. Υπερισχύει η εμπιστοσύνη στην πρόνοια Εκείνου, πού αγρυπνεί διαρκώς πάνω μας. Εκείνου, πού ξέρει γιατί στέλνει τα πικρά ποτήρια, και πού γνωρίζει να δίνη και την «έκβασιν» του πειρασμού. Με αφάνταστη υπομονή και γενναιότητα σήκωσε τον σταυρό του ο άγιος, εκτελώντας αγροτικές εργασίες επί δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, εκεί, στην ξένη γη της Ανατολής.

Κάποτε ο Κύριος έκρινε πώς πλησίαζε η ώρα να λαβή το στεφάνι της υπομονής του. Στέλνοντας ανθρώπους σε όλα τα σημεία της αυτοκρατορίας ο αυτοκράτωρ Τραϊανός κατορθώνει να τον ανακάλυψη. Γιατί ο γενναίος στρατηλάτης είναι ο μόνος πού μπορεί να σώση το κράτος από τους εχθρούς πού το απειλούν. Ο αυτοκράτωρ του ξαναδίνει τα πρώτα αξιώματα και του αναθέτει την αρχιστρατηγεία.

Ο άγιος Ευστάθιος, για ν’ αύξηση το στράτευμα, στρατολογεί πολλούς νέους από όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια. Ανάμεσα τους, χωρίς να το ξέρη, στρατολογήθηκαν και τα δύο παιδιά του. Είχαν και τα δύο σωθή από τα στόματα των θηρίων με την επέμβαση γεωργών και βοσκών της περιοχής. Δεν τα γνώρισε, αλλά καθώς τα είδε ευγενικά και ευπαρουσίαστα, τα κράτησε για να τον υπηρετούν στο τραπέζι.

Η εκστρατεία άρχισε και συνεχίστηκε μέχρι την πόλη πού έμενε η αγία Θεοπίστη. Ο Θεός τη διαφύλαξε και αυτή σώα και άβλαβη από τις ανήθικες προθέσεις του πλοιάρχου, τιμωρώντας τον με ξαφνική ασθένεια. Ο στρατηγός έστησε τυχαία τη σκηνή του στον κήπο του σπιτιού πού έμενε η αγία. Μια μέρα τα δύο παιδιά μπήκαν στο σπίτι και έδωσαν στην οικοδέσποινα ορισμένα τρόφιμα για να τα μαγειρέψη. Μέχρι να ετοιμαστή το φαγητό έπιασαν συζήτηση για την καταγωγή τους.

Ο μεγαλύτερος διηγήθηκε στον μικρότερο για τους γονείς και τον αδελφό του, για το ταξίδι τους με το πλοίο, για το επεισόδιο στο ποτάμι με το λιοντάρι και το λύκο. Ο μικρότερος συγκλονίστηκε. Είσαι ο αδελφός μου, φώναξε και έπεσε στην αγκαλιά του. Η αγία Θεοπίστη άκουγε από το μαγειρείο τη συζήτηση και συγκινημένη αναγνώρισε τα παιδιά της. Συγκρατήθηκε όμως και δεν εκδηλώθηκε αμέσως. Αργότερα πήγε στη σκηνή του στρατηγού να τα ζήτηση. Εκείνα έλειπαν. Βρήκε όμως τον άγιο να κάθεται στη σκιά ενός δένδρου. Καθώς τον παρατήρησε διέκρινε τα χαρακτηριστικά του συζύγου της. Τον πλησίασε και του διηγήθηκε την ιστορία της. Οι σύζυγοι αναγνωρίστηκαν. Η χαρά και η συγκίνηση τους δεν περιγράφεται. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και δόξασαν τον Θεό. Τα παιδιά μας, που είναι; ρώτησε σε λίγο η αγία. Τα παιδιά μας, τα έφαγαν τα θηρία, απάντησε με συντριβή ο άγιος και διηγήθηκε το επεισόδιο στο ποτάμι.

Ας δοξάσουμε πάλι τον Θεό, είπε τότε η αγία. Τα παιδιά μας ζουν και βρίσκονται κοντά μας! Άκουσα να λένε τα ίδια, όσα μου διηγείσαι εσύ τώρα. Έκπληκτος ο στρατηλάτης καλεί τους δύο νέους και βεβαιώνεται πώς είναι τα παιδιά του.

Η χαρά όλων δεν έχει όρια. Έπειτα από δεκαεξάχρονη δοκιμασία η οικογένεια, πού χωρίστηκε με θλιβερό και φρικτό τρόπο, ξαναενώνεται. Μαζί της πανηγυρίζει και όλο το στράτευμα. Ο Θεός αμείβει έτσι την αγία οικογένεια για την υπομονή σε τόσα δεινά πού δοκίμασε, αλλά της ετοιμάζει και ένα άλλο μεγαλύτερο στεφάνι υπομονής και καρτερίας. Νικητής και τροπαιούχος επιστρέφει με την οικογένεια του στη Ρώμη ο ένδοξος αρχιστράτηγος. Ο αυτοκράτορας Αδριανός, πού διαδέχθηκε τον Τραϊανό, ετοιμάζεται να προσφέρη μεγάλη θυσία στα είδωλα, τόσο για τη νίκη του, όσο και για την ανεύρεση ιών προσφιλών του προσώπων. Μα ο άγιος με παρρησία δηλώνει:

– Βασιλιά, εγώ τον Χριστό λατρεύω. Αυτόν δοξάζω και Αυτόν ευχαριστώ. Γιατί σ’ Αυτόν χρεωστώ τη ζωή μου και την ψυχή μου. Αυτός μου έδωσε δύναμη και νίκησα τους εχθρούς. Αυτός ευδόκησε και είδα και τη γυναίκα και τα παιδιά μου. Άλλον Θεό ούτε γνωρίζω ούτε πιστεύω, παρά μόνον Αυτόν, πού δημιούργησε τον ουρανό και τη γη.

Συγκλονιστική εντύπωση έκανε η δήλωση αυτή. Το πανηγυρικό σκηνικό αλλάζει. Οι ειδωλολάτρες ιερείς και οι αξιωματικοί σκυθρώπιασαν. Εξοργισμένος ο Αδριανός διατάζει τον άγιο να βγάλη τη στρατιωτική ζώνη και να στέκεται μπροστά του σαν κατάδικος. Παρ’ όλες τις προσπάθειες του, τις υποσχέσεις και απειλές, δεν κατορθώνει να τον μεταπείση. Και ο ένδοξος στρατηλάτης, ο σωτήρας της αυτοκρατορίας, καταδικάζεται σε θάνατο μαζί με όλη την οικογένεια του. Τους εκθέτουν σε μια πεδιάδα και εξαπολύουν ένα πεινασμένο λιοντάρι, για να τους κατασπάραξη. Αλλά αυτό, όταν τους πλησίασε, έσκυψε το κεφάλι σαν να τους προσκυνούσε και γύρισε πίσω. Κατασκευάζουν τότε ένα χάλκινο ομοίωμα βοδιού, το όποιο πυρώνουν στη φωτιά και ρίχνουν μέσα τους αγίους.

Όταν μετά τρεις μέρες το άνοιξαν, είδαν ότι οι ψυχές τους είχαν πετάξει στον ουρανό, χωρίς όμως να πειραχθή ούτε μια τρίχα της κεφαλής τους. Το θαύμα αυτό έκανε το πλήθος πού είχε συναχθή να κραυγάση:

Μέγας ο Θεός των χριστιανών! Αυτός μόνο είναι Θεός αληθινός και κανείς άλλος.

πηγή: https://agioskosmasoaitolos.wordpress.com

Σήμερα 03/07/2020 εορτάζουν:

Άγιος Υάκινθος ο κουβικουλάριος (θαλαμηπόλος) – Γιορτή σήμερα 3 Ιουλίου – ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Τη μνήμη του Αγίου Υακίνθου του κουβικουλάριου τιμά σήμερα, 3 Ιουλίου η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Υάκινθος καταγόταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού (98 – 117 μ.Χ.).

3 Ιουλίου, 2020

Το Ευαγγέλιο – Άγιος Υάκινθος ο κουβικουλάριος

Ήταν άνθρωπος με εξαιρετική συμπεριφορά και διετέλεσε κουβικουλάριος του αυτοκράτορα. Διεκπεραίωνε τα καθήκοντα του μέσα στο παλάτι κατά τον καλύτερο τρόπο. Ήταν προσεκτικός και δε μολύνθηκε από τη χλιδή των ανακτόρων.

Η ψυχή του ολόκληρη ήταν δοσμένη στο Σωτήρα Χριστό. Γι’ αυτό, όταν ο Τραϊανός διέταξε διωγμό κατά των χριστιανών, ο Υάκινθος δε δίστασε να ομολογήσει μπροστά στον αυτοκράτορα ότι είναι χριστιανός. Ο Τραϊανός εξεπλάγη και του είπε ότι είναι αχάριστος, για την εμπιστοσύνη και την υπόληψη που του πρόσφερε το παλάτι.

Τότε ο Υάκινθος με ψυχική άνεση απάντησε: «Αν η ευγνωμοσύνη είναι αρετή, βασιλιά, ποια απολογία θα μπορέσω να δώσω αρνούμενος το Σωτήρα μου Χριστό, ο όποιος έχυσε για μένα το αίμα του, ο οποίος μου χάρισε την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη, ο όποιος μου δίνει λιμάνι στις τρικυμίες της ψυχής, παρηγοριά στη θλίψη, ασφάλεια στα κύματα, θώρακα στις δοκιμασίες;

Και ο οποίος μου επιφυλάσσει συμμετοχή αιώνια στη βασιλεία Του και τη δόξα»; Ο Τραϊανός, στενοχωρημένος από τα λόγια του Υακίνθου, διέταξε να τον φυλακίσουν χωρίς να του δίνουν καθόλου φαγητό, εκτός και αν ήθελε να φάει ειδωλόθυτα.

Σαράντα μέρες πέρασε έτσι ο Υάκινθος, χωρίς να αγγίξει τα ειδωλόθυτα. Την 41η, όμως, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. (Η μνήμη του Αγίου αυτού, μαζί μ’ αυτή του Αγίου Διομήδη, από ορισμένους Συναξαριστές, επαναλαμβάνεται περιττώς και την 3η Ιουνίου).

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ: Ανατόλιος. Ζουμπουλία. Υάκινθος, Υακίνθη, Υάνθη, Ιάνθη.

Απολυτίκιον
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως Λίθος υάκινθος, της Εκκλησίας Χριστού, αστράπτεις τοις πέρασι, ταίς των χαρίτων αυγαίς, παμμάκαρ Υάκινθε, συ γαρ ομολογία, πυρσωθείς ευσέβειας, έλαμψας εν αθλήσει, τη του Λόγου μιμήσει, εντεύθεν καταφαιδρύνεις, τους σε γεραίροντας.

Τῆς ἐν τῇ ἁγίᾳ σορῷ καταθέσεως τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐν Βλαχέρναις

Δυὸ πατρίκιοι, οἱ αὐτάδελφοι Γάλβιος καὶ Κάνδιδος, πηγαίνοντας στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ προσκυνήσουν, ἔφτασαν στὴν Παλαιστίνη. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψή τους στοὺς Ἁγίους Τόπους, συνάντησαν μία Ἑβραία, ἡ ὁποία εἶχε στὴν κατοχή της καὶ φύλαγε μὲ πάρα πολὺ μεγάλη εὐσέβεια, μέσα σὲ εἰδικὸ κιβώτιο τὴν τίμια Ἐσθῆτα (φόρεμα) τῆς Παναγίας. Τότε οἱ Γάλβιος καὶ Κάνδιδος, ἀφοῦ προσκύνησαν τὸ ἱερὸ ἔνδυμα, ἔβαλαν σκοπὸ νὰ τὸ μεταφέρουν στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀφοῦ ἔφτασαν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ προσκύνησαν, στὴν συνέχεια κατασκεύασαν ἕνα εἰδικὸ κιβώτιο, ὅμοιο μὲ αὐτὸ ποὺ εἶχε ἡ Ἑβραία γυναῖκα καὶ φύλαγε τὸ φόρεμα τῆς Θεοτόκου. Τὸ κιβώτιο αὐτό, χωρὶς νὰ τοὺς πάρει εἴδηση ἡ γυναῖκα, τὸ ἄλλαξαν μὲ αὐτὸ ποὺ περιεῖχε τὴν τιμία Ἐσθῆτα, χωρὶς νὰ τοὺς πάρει εἴδηση.
Ἔτσι λοιπὸν πῆραν τὸ κιβώτιο μὲ τὸ ἱερὸ ἔνδυμα καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν ἔφθασαν στὴν Πόλη, προσπάθησαν νὰ κρύψουν αὐτὸν τὸν πολύτιμο θησαυρὸ στὶς Βλαχέρνες. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ κρύψουν, γνωστοποίησαν αὐτὸ τὸ γεγονὸς στὸν αὐτοκράτορα τῆς Πόλης. Ἐκεῖνος μόλις πληροφορήθηκε τὴ μεταφορὰ τῆς τιμίας Ἐσθῆτος στὴν Κωνσταντινούπολη ἀσπάστηκε μὲ μεγάλη εὐλάβεια τὸ ἱερὸ ἔνδυμα καὶ ἀμέσως ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κατασκευαστεῖ Ναὸς καὶ ἀργότερα μέσα σ’ αὐτὸν τοποθέτησε τὸ ἱερὸ ἔνδυμα, τὸ ὁποῖο βρίσκεται μέχρι καὶ σήμερα σ’ αὐτὸν τὸν τόπο, ἀποτελῶντας φυλακτήριο καὶ συνάμα πολύτιμο κειμήλιο γιὰ τοὺς χριστιανούς.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.

Θεοτόκε Ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Ζώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα· ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις, καινοτομεῖται καὶ χρόνος. Διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον ἔνδυμα, τῶν οίκτιρμῶν σου, καὶ ἱμάτιον ἀθανασίας, τὴν ἁγίαν σου Ἐσθῆτα καὶ ἄφθαρτον, τῇ κληρουχίᾳ σου Κόρη δεδώρησαι, εἰς περιποίησιν πάντων καὶ σύναψιν. Ὅθεν Ἄχραντε, τὴν θείαν αὐτῆς κατάθεσιν, τιμῶντες εὐσεβῶς σὲ μεγαλύνομεν.

https://www.synaxarion.gr/gr/sid/10/sxsaintinfo.aspx

Τῆς ἀθανασίας τὸν χορηγόν, τέξασα Παρθένε, ἠθανάτισας τὸν Ἀδάμ· τοῦτο γοῦν δηλοῦσα, ἡ ἄφθαρτος Ἐσθής σου, φθορᾶς παθῶν λυτροῦται, τοὺς προσπελάζοντας.

Σαν σήμερα η σφαγή Δοξάτου Δράμας: Το αντάρτικο που πνίγηκε στο αίμα

30 Ιουνίου 1913: Η σφαγή του Δοξάτου 

Ἡ μεγάλη σφαγὴ τῶν κατοίκων τοῦ Δοξάτου ὑπὸ τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ καὶ τῶν Βουλγάρων ἀτάκτων, κομιτατζίδων