H ZΩOΔOXOΣ ΠHΓH, IΣTOPIKH KAI YMNOΛOΓIKH ANAΛYΣH

τοῦ Βελισσαρίου Γκεζερλῆ, Δρ. πληροφορικῆς & ἱεροψάλτου

Σήμερα Δευτέρα, 6 Μαΐου 2021 καὶ ὥρα 8:00μμ, απὸ τοὺς διαδικτυακοὺς ραδιοφωνικοὺς σταθμοὺς ΕΠΑΛΞΕΙΣ καὶ ΣΥΝ ΠΑΣΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ.

Γιὰ νὰ ἀκούσετε πατῆστε ἐδῶ: epalxeis.caster.fm
ἤ ἐδῶ: synpasitoisagiois.radio12345.com

Καλὴ ἀκρόαση!

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: 6987353063

Ἐπάλξεις, φύλλο Μαΐου 2021

Σελίδα 1

Συνεχίστε την ανάγνωση Ἐπάλξεις, φύλλο Μαΐου 2021

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ ΤΗΣ Μ. ΑΣΙΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής δουλείας ευσεβείς ορθόδοξοι πιστοί χρειάστηκε να ομολογήσουν την πίστη τους στο Χριστό, μαρτύρησαν, έχυσαν το αίμα τους για την αγάπη Του και αντάλλαξαν την επίγεια, πρόσκαιρη και φθαρτή ζωή με την αιώνια. Ένας από τους καλλινίκους Νεομάρτυρες είναι και ο άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος από τη Μαγνησία της Μ. Ασίας.

Συνεχίστε την ανάγνωση ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ ΤΗΣ Μ. ΑΣΙΑΣ

ΑΓΙΑ ΕΛΙΣΑΒΕΤ Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγος – Καθηγητής

Οι όσιες γυναίκες συναγωνίστηκαν επάξια στην άσκηση, στην αρετή και στην αγιότητα τους άνδρες οσίους. Τα συναξάρια της Εκκλησίας μας είναι γεμάτα από άγιες γυναίκες, οι οποίες αναδείχτηκαν σε ύψη αγιότητας και αξιώθηκαν να θαυματουργούν. Μια από αυτές είναι και η αγία Ελισάβετ η Θαυματουργός.

Συνεχίστε την ανάγνωση ΑΓΙΑ ΕΛΙΣΑΒΕΤ Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣ ΡΩΜΗΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού

Το παλαίφατο και σεβάσμιο Πατριαρχείο της Ρώμης, πριν καταληφτεί από τους αιρετικούς Φράγκους (1009) και αποσχιστεί από την Μία και αδιαίρετη Εκκλησία (1054), έχει να επιδείξει μια πλειάδα αγίων παπών, ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπήρξε για αιώνες ο θεματοφύλακας της σώζουσας αλήθειας. Ένας από αυτούς τους αγίους πάπες υπήρξε και ο άγιος Μαρτίνος Επίσκοπος Ρώμης ο θαυματουργός, ο οποίος έδωσε τη ζωή του για την σώζουσα ορθόδοξη πίστη.

Συνεχίστε την ανάγνωση ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣ ΡΩΜΗΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Η ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣΣΑ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Στα αγιολόγια της Εκκλησίας μας υπάρχουν άγιοι οι οποίοι αγίασαν ομού με μέλη των βιολογικών τους οικογενειών. Μια τέτοια αγία είναι και η οσία Θεοδώρα η εν Θεσσαλονίκη, η οποία μόνασε και αγίασε με την κόρη της Θεοπίστη. Οι δύο αυτές οσιακές μορφές λαμπρύνουν το πλούσιο αγιολογικό μωσαϊκό της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων.

Συνεχίστε την ανάγνωση ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Η ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣΣΑ

ΑΓΙΟΣ ΘΕΩΝΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η Θεσσαλονίκη υπήρξε κοιτίδα ανάδειξης αγίων. Εκατοντάδες είναι οι Θεσσαλονικείς άγιοι οι οποίοι κοσμούν τα ιερά συναξάρια. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Θεωνάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Μια όντως σημαντική προσωπικότητα, η οποία σημάδεψε την πόλη τον 16ο αιώνα.

Συνεχίστε την ανάγνωση ΑΓΙΟΣ ΘΕΩΝΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΓΙΟΣ ΥΠΑΤΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΑΓΓΡΩΝ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Ιδιαίτερη τιμητική θέση κατέχουν στην Εκκλησία μας οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες, οι οποίοι πήραν μέρος στις Άγιες Οικουμενικές Συνόδους, και με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος αποφάνθηκαν για τη σώζουσα ορθόδοξη πίστη μας. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Υπάτιος Επίσκοπος Γαγγρών, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και διακρίθηκε ως φλογερός πρόμαχος της Ορθοδοξίας. Επί πλέον αξιώθηκε και της θαυματουργίας.

Γεννήθηκε στην Κιλικία της Μ. Ασίας και έζησε την εποχή που βασίλευε ο Μ. Κωνσταντίνος (307-337) και ο γιος του Κωνστάντιος (337-361). Επειδή διακρίνονταν για τη μεγάλη πίστη του, τον ενάρετο βίο του και τον ζήλο του για την Ορθοδοξία, η Εκκλησία τον κάλεσε να την υπηρετήσει. Τον ανέδειξε Επίσκοπο των Γαγγρών της Παφλαγονίας. Αφότου ανέβηκε στον επισκοπικό θρόνο σημείωσε αξιόλογη ποιμαντική δράση. Κατόρθωσε να ανεβάσει το πνευματικό επίπεδο των πιστών και να προσελκύσει πλήθος ειδωλολατρών στην Εκκλησία. Ο Θεός του έδωσε επίσης και το χάρισμα της θαυματουργίας. Γιάτρευε αρρώστους ανθρώπους και ζώα. Είχε την ικανότητα να αποδιώχνει τα βλαβερά έντομα και τρωκτικά, ιδιαίτερα τους ασπάλακες (τυφλοπόντικες), οι οποίοι κατέστρεφαν τις σοδιές των φτωχών γεωργών, σώζοντας έτσι από την πείνα το λαό της περιοχής του. Ακόμα και το θαλασσινό νερό μετέβαλλε σε πόσιμο! 

Μεγάλη υπήρξε η συμμετοχή του στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325), η οποία είχε συγκληθεί από το Μ. Κωνσταντίνο στη Νίκαια της Βιθυνίας για να υπερασπίσει την Ορθοδοξία από την φοβερή αίρεση του Αρείου. Συντάχτηκε με τους ομολογητές Πατέρες της Συνόδου και υπεράσπισε την ορθή περί Χριστού διδασκαλία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία, δεν είναι κτίσμα, όπως δόξαζαν οι αιρετικοί αρειανοί, αλλά Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού.

Το 343 συγκάλεσε Τοπική Σύνοδο, η οποία είναι γνωστή ως Σύνοδος των Γαγγρών, με άλλους δώδεκα Επισκόπου, όπου καταδικάστηκε ο Επίσκοπος Σεβαστείας Ευστάθιος, ο οποίος ήταν κατά του θεσμού του γάμου και της νηστείας. Η Σύνοδος σύνταξε 21 Κανόνες.

 Ο Υπάτιος υπεράσπισε με θέρμη και ζήλο την Ορθοδοξία από τους φανατικούς σχισματικούς και αιρετικούς Νοβατιανούς, οι οποίοι κρατούσαν μια υπερ-συντηρητική στάση, αποκλείοντας από την Εκκλησία, όσους, κατά τους διωγμούς είχαν αρνηθεί, από φόβο, την πίστη τους και είχαν μετανοήσει. Επίσης δεν δέχονταν ότι οι αμαρτίες μετά το βάπτισμα συγχωρούνται δια της Ιεράς Εξομολογήσεως. Ο σοφός Επίσκοπος πρόβαλλε την πίστη της Εκκλησίας, η οποία έχει φιλάνθρωπο χαρακτήρα και συγχωρεί, ύστερα από ειλικρινή μετάνοια, όλα τα αμαρτήματα. Έτσι έπεισε πολλούς οπαδούς των Νοβατιανών να επιστρέψουν στην Εκκλησία.

Αυτό όμως θορύβησε στους αιρετικούς Νοβατιανούς, οι οποίοι θεώρησαν τον Υπάτιο ως κίνδυνο για την ομάδα τους και αποφάσισαν να τον εκδικηθούν. Προσπαθούσαν να βρουν την ευκαιρία να τον τιμωρήσουν. Κάποτε, η ευκαιρία που ζητούσαν τους δόθηκε. Ο Υπάτιος βάδιζε μόνος σε κάποιο δύσβατο και ερημικό μέρος. Εκεί τον περίμεναν φανατικοί Νοβατιανοί, κατ’ άλλους, ειδωλολάτρες πληρωμένοι από τους Νοβατιανούς, άνδρες και γυναίκες, οπλισμένοι με ξύλα και πέτρες. Όταν πλησίασε ο σεβάσμιος Επίσκοπος, όρμησαν επάνω του, με κραυγές και απειλές και άρχισαν να τον κτυπούν ανελέητα, άλλος με ρόπαλα, άλλοι με σιδερένια ραβδιά και άλλοι με μαχαίρια.  Αφού τον μαστίγωσαν, γεμίζοντας όλο του το σώμα με πληγές, τον έριξαν από παρακείμενο γκρεμό σε βαθύ φαράγγι, όπου κυλούσε ορμητικός ποταμός. Ο Υπάτιος, μισοπεθαμένος, αντί να διαμαρτυρηθεί στους άδικους βασανιστές του, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και ψιθύρισε τα ίδια λόγια που είχε πει ο Πρωτομάρτυρας Στέφανος, όταν τον λιθοβολούσαν οι Ιουδαίοι: «Κύριε μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην»! Δηλαδή Κύριε μην καταλογίσεις αμάρτημα την πράξη αυτών των ανθρώπων! Τόσο ανεξίκακος ήταν ώστε να συγχωρεί και τους ανθρώπους που ήθελαν να τον θανατώσουν!

Όμως τη στιγμή που ο άγιος Επίσκοπος προσευχόταν για τους ανθρώπους αυτούς, μια γυναίκα από αυτούς, βλέποντας ότι ήταν ακόμη ζωντανός, άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και την έριξε στο κεφάλι του, λειώνοντας το κρανίο του και επιφέροντας σε αυτόν ακαριαίο θάνατο! Με αυτό τον τρόπο τέλειωσε τη ζωή του και επισφράγισε το τεράστιο εκκλησιαστικό του έργο. Αλλά την ίδια στιγμή η δύστυχη εκείνη γυναίκα κυριεύτηκε από φοβερό ακάθαρτο πνεύμα, την οποία άρχισε να τη βασανίζει οικτρά. Άρπαξε την πέτρα, με την οποία είχε φονεύσει τον άγιο και άρχισε να χτυπά με αυτή το στήθος της. Το ίδιο συνέβη και με τους άλλους βασανιστές του. Καταλήφτηκαν όλοι τους από δαίμονες και συμπεριφέρονταν σαν άγρια και αιμοβόρα θηρία. Πήραν το σώμα του αγίου και αφού το βεβήλωσαν, το έκρυψαν σε παρακείμενο αχυρώνα και έφυγαν.       

Ο ιδιοκτήτης του αχυρώνα όταν πήγε να ταΐσει τα ζώα του, άκουσε ουράνια δοξολογία, μέσα από αυτόν. Με έκπληξη αντίκρισε το λείψανο του αγίου Επισκόπου, τον οποίο αναζητούσαν οι Ορθόδοξοι. Έτρεξε στην πόλη των Γαγγρών και ανήγγειλε την εύρεσή του. Με δάκρυα οδύνης για το χαμό τους σεβάσμιου και αγίου Επισκόπου τους, αλλά και χαράς, που βρέθηκε το τίμιο λείψανό του, κλήρος και λαός, το μετέφεραν στην πόλη και το έθαψαν με μεγάλες τιμές. Πλήθη λαού ακολούθησαν την πομπή της κηδείας του. Μεταξύ αυτών ακλουθούσε και η γυναίκα που είχε καταφέρει το φονικό κτύπημα στον άγιο, με κλάματα και οδυρμούς, η οποία είχε μετανοήσει για το κακό που έκαμε. Μόλις τοποθετήθηκε το ιερό σκήνωμά του στον τάφο, η γυναίκα ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο και έγινε εντελώς καλά! Ακολούθησαν πολυάριθμα θαύματα, τα οποία επιτελούσαν τα χαριτόβρυτα λείψανά του. Καθιερώθηκε ως ο προστάτης άγιος της πόλεως των Γαγγρών και χτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός, προς τιμήν του, ο οποίος καταστράφηκε το 1922 από τους νεότουρκους. Το 1975 ανεγέρθηκε ναός προς τιμήν του στο χωριό  Αντίγονο Φλωρίνης, όπου είχαν εγκατασταθεί πολλοί πρόσφυγες των Γαγγρών και τοποθετήθηκε η εφέστια εικόνα του, που είχαν φέρει από την Μ. Ασία.  Η μνήμη του τιμάται στις 31 Μαρτίου

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: Ο ΘΕΜΕΛΙΩΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού

Η δεύτερη Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη σε μια από τις μεγαλύτερες πατερικές μορφές της Εκκλησίας μας, στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης (1347-1359). Ο μεγάλος αυτός άνδρας έζησε σε μια πολύ ταραγμένη ιστορική περίοδο για την Εκκλησία μας, κατά την οποία ο κίνδυνος νοθεύσεως της αλήθειας υπήρξε μεγάλος και όπου η ορθόδοξη πνευματικότητα κινδύνευε να αλωθεί από τον δυτικό σχολαστικισμό και η υπεράσπισή της έλαχε στην μεγάλη αυτή πνευματική μορφή.       

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296 από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι ασκούσαν την νοερά προσευχή. Έλαβε σπουδαία μόρφωση κοντά στον ονομαστό δάσκαλο και θεολόγο Θεόδωρο Μετοχίτη. Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ εκτίμησε τις ικανότητές του και τον προόριζε για υψηλά κρατικά αξιώματα. Όμως ο Γρηγόριος αδιαφόρησε για τα σχέδια του αυτοκράτορα, διότι από νέος αγάπησε τη μοναχική και ασκητική ζωή. Κατέφυγε καταρχήν στο όρος Παπίκιο στη Θράκη και κατόπιν στο Άγιο Όρος, όπου πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του. Ακόμη και μετά την εκλογή του ως αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης το 1347, ζούσε ως ασκητής.

Το 1335 ο μοναχός, θεολόγος και φιλόσοφος Βαρλαάμ τον Καλαβρός, ήρθε από την Ιταλία στην ορθόδοξη ανατολή για να αντικρούσει το κίνημα του ησυχασμού. Βαθύτατα επηρεασμένος από αριστοτελισμό, τη λατινική θεολογία και τον σχολαστικισμό, δίδασκε πως ο άνθρωπος είναι αδύνατον να γνωρίσει, να προσεγγίσει και να ενωθεί με το Θεό. Επίσης δίδασκε πως ο Θεός είναι «κλεισμένος στον εαυτό του» και δε μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Αντίθετα οι ορθόδοξοι Πατέρες, κάνοντας τη διευκρίνιση μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού, δίδασκαν πως η γνώση της ουσίας του Θεού είναι μεν αδύνατος, όχι όμως οι άκτιστες θείες ενέργειες, οι οποίες δίνονται ως ύψιστες δωρεές στους ανθρώπους και γίνονται φανερές σε όσους κατορθώνουν να καθαρθούν από τα πάθη τους. Κύριο μέσο φωτισμού και προσωπικής εμπειρίας των ακτίστων ενεργειών του Θεού είναι η αδιάκοπη νοερά προσευχή, στην οποία ασκούνταν οι ησυχαστές μοναχοί, δια της αδιάκοπης προσευχής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού, ελέησόν με», κατόρθωναν να βλέπουν με τα σωματικά τους μάτια το Άκτιστο Φως, δηλαδή τη δόξα του Θεού.

Για τους δυτικούς, και εν προκειμένω για τον εκπρόσωπό τους μοναχό Βαρλαάμ, η δια της νοεράς προσευχής και της νίψεως θεοπτία ήταν ακατανόητη και βλάσφημη. Κατηγορούσαν τους ησυχαστές για αιρετικούς (μεσσαλιανιστές) και τους μέμφονταν ως «ομφαλοσκόπους», επειδή οι μοναχοί αυτοί επικέντρωναν το βλέμμα τους, κατά τη διάρκεια της προσευχής, στο στέρνο, στο μέρος της καρδιάς. Η σύγκρουσή τους με τον άγιο Γρηγόριο υπήρξε σφοδρή και προκάλεσε πνευματική θύελλα, εφάμιλλη της εικονομαχίας.     

Ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε υπερασπιστής του ησυχασμού, της πνευματικότερης έκφρασης του ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους, διότι ήταν απόλυτα πεπεισμένος πως η θεοπτία μέσω της ασκήσεως και της νοεράς προσευχής είναι σύμφωνη με τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό υπήρξε δάσκαλος και εμπνευστής του ησυχασμού. Συνεχίζοντας ο ίδιος την μακραίωνη παράδοση των αρχαίων Πατέρων και ασκητών της Εκκλησίας, δίδασκε πως ο άνθρωπος, με την άσκηση και τη νίψη, μπορεί να δει και από αυτή τη ζωή, με τα φυσικά του μάτια, το άκτιστο φως του Θεού, αυτό το φως που είδαν οι μαθητές του Χριστού κατά τη Μεταμόρφωσή Του στο όρος Θαβώρ.

Ο άγιος Γρηγόριος ανάλαβε να υπερασπίσει τον ησυχασμό και να τον διασώσει από την επέλαση των σχολαστικών της Δύσεως. Τον αγώνα του ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, όπου έγραψε το περισπούδαστο έργο του: «Περί των Ιερώς  Ησυχαζόντων», με το οποίο αποδεικνύει ότι η θεοπτία του ησυχασμού είναι σύμφωνη με την αγία Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας. Αναπτύσσοντας τη θεολογία των προγενέστερων μεγάλων Πατέρων, δίδαξε πως ο Θεός υπάρχει ως θεία Ουσία, η οποία είναι απόλυτα απρόσιτη στον άνθρωπο. Απορρέουν όμως από Αυτόν οι άκτιστες ενέργειες, οι οποίες αυτές μπορούν να γίνουν μεθεκτές από τον άνθρωπο.  Τρεις μεγάλες σύνοδοι συγκροτήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, το 1341, το 1347 και το 1351, επικύρωσαν τη θεολογία του αγίου Γρηγορίου, δικαίωσαν τους ησυχαστές και καταδίκασαν τον Βαρλαάμ και τους μαθητές του. Παρ’ όλα αυτά όμως ο φιλοδυτικός πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας τον κατηγόρησε το 1343 για στάση και κατόρθωσε να το στείλει στην εξορία τέσσερα χρόνια. Το 1347 δικαιώθηκε και εξελέγη αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Το 1350 συνελήφθη από τους Τούρκους και απελευθερώθηκε το 1355. Κοιμήθηκε στις 14 Νοεμβρίου του 1359 στη Θεσσαλονίκη και το 1368 ανακηρύχτηκε άγιος.

Ο μεγάλος αυτός άνδρας κατέστη πρότυπο και δάσκαλος της άσκησης και ενσαρκωτής των χριστιανικών αρετών. Είτε ως αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, είτε ως μοναχός στο Άγιο Όρος, δίδασκε τον αέναο αγώνα κατά του κακού και της αμαρτίας. Προτρέπει την καθολική κάθαρση από τα ψυχοκτόνα πάθη, η οποία ονομάζεται στην ασκητική ορολογία νίψη και δείχνει το δρόμο της ασκήσεως, ως μονόδρομο της σωτηρίας και της θεώσεως.

Η μεγάλη αυτή πατερική μορφή λειτουργεί αναμφίβολα ως φωτεινό ορόσημο για μας τους πιστούς αυτή την κατανυκτική περίοδο. Τα βαθυστόχαστα ορθόδοξα συγγράμματά του, όχι μόνο αποπνέουν άρωμα ευσέβειας, αλλά είναι πρακτικός οδηγός για την ψυχοσωματική μας άσκηση. Είναι ο μεγάλος δάσκαλος της πνευματικής πορείας και του αγώνα μας για νίψη και κάθαρση από τα ψυχοκτόνα πάθη μας, ώστε δι’ αυτής να λαμπρύνουμε το χιτώνα της ψυχής μας για να έχει έτσι τη δυνατότητα της μεγάλης συνάντησής της με τον Νυμφίο Χριστό!

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Ο ηρωισμός των Μαρτύρων της Εκκλησίας μας είναι φαινόμενο πρωτόγνωρο στην ανθρώπινη ιστορία. Μεγάλο κεφάλαιο ηρωισμού αποτελούν τα μαρτύρια μυριάδων Χριστιανών στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, όταν ο διάβολος, δια του αντίχριστου ρωμαϊκού κράτους, είχε κηρύξει εξοντωτικό διωγμό κατά της Εκκλησίας του Χριστού. Ένας από τους ηρωικούς Μάρτυρες των χρόνων αυτών υπήρξε και ο άγιος Μάρτυρας Ιουλιανός.

Γεννήθηκε στην πόλη Ανάζαρβο της Δευτέρας Κιλικίας της Μ. Ασίας στα τέλη του 3ου μ. Χ. αιώνα. Είχε ευγενή καταγωγή, ήταν γιός κάποιου επιφανούς  εθνικού (ειδωλολάτρη) συγκλητικού και της ευσεβούς Χριστιανής Ασκληπιοδώρας. Ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στα χρόνια εκείνα τα αντρόγυνα να είναι θρησκευτικά διχασμένα. Στις περισσότερες περιπτώσεις Χριστιανές ήταν οι σύζυγοι γυναίκες, οι οποίες κρατούσαν την πίστη τους κρυφή από τους συζύγους τους. Πιθανότατα η  Ασκληπιοδώρα να ήταν κρυφή Χριστιανή από τον σύζυγό της, λόγω του αξιώματός του.

Η Ασκληπιοδώρα είχε βαθιά πίστη στον αληθινό Θεό και είχε ασυνήθιστη κατάρτιση στην χριστιανική πίστη. Είχε μεγάλη κατάρτιση και γνώση των Αγίων Γραφών και της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Αυτή την πίστη και την ευσέβεια μετέδωσε και στο γιο της Ιουλιανό.

Στις αρχές του 4ου αιώνα, το 405, ο θρησκομανής ρωμαίος αυτοκράτορας Διοκλητιανός κήρυξε τον πλέον σκληρό διωγμό κατά των Χριστιανών, ασύγκριτα χειρότερο από όλους τους διωγμούς των προκατόχων του. Είναι γνωστό, πως το διωγμό απαίτησαν οι σκοταδιστές ειδωλολάτρες ιερείς και μάντεις των δαιμονικών διαβόητων Μαντείων της Μ. Ασίας, του Κλαρίου και Διδυμαίου Απόλλωνος, διότι, λόγω της εξαπλώσεως του Χριστιανισμού, ερήμωναν τα κέντρα αυτά της δεισιδαιμονίας και της απάτης και έχαναν τεράστιες προσόδους. Έπεισαν τον δεισιδαίμονα αυτοκράτορα, πως τους διαμήνυσαν οι «θεοί», ότι απαιτούσαν την ολοκληρωτική εξόντωση των Χριστιανών, διότι διαφορετικά θα ήραν την εύνοιά τους προς το κράτος και τον αυτοκράτορα και θα επέρχονταν η καταστροφή του!

Ο διωγμός λοιπόν του Διοκλητιανού ήταν πραγματικός αφανισμός για τους Χριστιανούς. Χιλιάδες πιστοί του Χριστού συλλαμβάνονταν, σύρονταν στα δικαστήρια και βασανίζονταν για να προσφέρουν θυσία στους δαιμονικούς ειδωλικούς «θεούς». Όσοι αρνούνταν θανατώνονταν με τους πλέον φρικτούς τρόπους.

Η βασιλική διαταγή έφτασε και στην Ανάζαρβο της Δευτέρας Κιλικίας. Ο τοπικός διοικητής Μαρκιανός, με έδρα την πόλη Φλάβια (Σις), ένας φανατικός ειδωλολάτρης και ανελέητος άνθρωπος, ανέλαβε να υλοποιήσει με φανατισμό το διάταγμα του Διοκλητιανού. Πλήθος Χριστιανών συλλαμβάνονταν, ανακρίνονταν και βασανίζονταν για να απαρνηθούν το Χριστό και να θυσιάσουν στα είδωλα.

Μεταξύ αυτών συνέλαβαν και τον νεαρό Ιουλιανό. Τον οδήγησαν στην Φλάβια, μπροστά στον Μαρκιανό να απολογηθεί και να υπογράψει το σχετικό λίβελλο, τη βεβαίωση ότι απαρνείται την πίστη του στο Χριστό και ότι δέχεται να θυσιάσει στους «θεούς» της ειδωλολατρίας. Ο ηρωικός Χριστιανός νέος αρνήθηκε με θάρρος και παρρησία να συμμορφωθεί με το αυτοκρατορικό διάταγμα,  αψηφώντας τα επερχόμενα μαρτύρια, τονίζοντας: «Δεν φοβάμαι τομαρτύριο και τίποτε δεν πρόκειται να με κάνει να αρνηθώ τον Νόμο που μου μεταδό­θηκε παιδιόθεν, ακόμη κι αν με κάψεις στην πυρά, γιατί έχω στήριγμα τον Χριστό, στον οποίο προσφέρω ακατάπαυστα θυσία αινέσεως».

Ο θηριώδης διοικητής Μαρκιανός διέταξε να τον μαστιγώσουν άγρια, με σκοπό να τρομοκρατηθεί και να καμφθεί. Όμως ο Μάρτυρας έμεινε αμετάπειστος. Τότε τον πήραν και τον οδήγησαν σε παρακείμενο βωμό. Ο Μαρκιανός πήρε ένα κομμάτι ειδωλόθυτο κρέας και το έχωσε με τη βία στο στόμα του Ιουλιανού, να τον μολύνει και να τον πείσει ότι προσέφερε θυσία στο είδωλο. Αλλά ο άγιος έφτυσε το κρέας και διαβεβαίωσε τον Μαρκιανό πως είναι μάταιο να μεταχειρίζεται βία για τη θυσία που επιδίωκε. Θυσία με τη βία δε λογίζεται θυσία!  

Μετά από αυτό ο φανατικός και θρησκομανής διοικητής έγινε έξαλλος από το θυμό του και έδωσε διαταγή να μαστιγώσουν εκ νέου και με μεγαλύτερη σφοδρότητα τον Ιουλιανό και να τον επιστρέψουν στην Ανάζαρβο. Οι στρατιώτες τον χτυπούσαν και τον κακοποιούσαν σε όλη τη διαδρομή, ενώ ο Μάρτυρας υπόμεινε προσευχόμενος, εκδηλώνοντας την ανεξικακία του στους βασανιστές του. Όταν έφτασαν στην πόλη, τον παρέδωσαν στον τοπικό δικαστή για να απολογηθεί για το «αδίκημά» του. Και εκεί ο ηρωικός Ιουλιανός επέδειξε την ίδια στάση, βεβαιώνοντας με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την αμετάπειστη προσήλωσή του στην μόνη αληθινή πίστη στο Χριστό. Ο δικαστής διέταξε να τον ποτίσουν με το ζόρι κρασί από την ειδωλολατρική σπονδή και τον ανάγκασαν να κρατήσει στα χέρια του το θυμίαμα για την τελετή της θυσίας. Όμως δεν κατάφεραν να κάμψουν την απόφασή του να μην αρνηθεί το Χριστό.

Αφού τον βασάνισαν, τον έστειλαν δεμένο στις Αιγές, στον Ισσικό κόλπο, όπου υπήρξε ονομαστός ναός του Ασκληπιού, πιστεύοντας πως ο «θεός της ιατρικής» θα «θεράπευε» τον «ψυχικά ασθενή» Ιουλιανό, διότι αυτή τη γνώμη είχαν οι ειδωλολάτρες για τους Χριστιανούς! Αλλά και πάλι απογοητεύτηκαν, ο Μάρτυρας με την προσευχή του εξουδετέρωσε τις δαιμονικές μαγγανείες των σκοταδιστών ιερέων του ασκληπιείου! Εν συνεχεία τον απείλησαν να θυσιάσει, αλλιώς θα τον έκαιγαν στην πυρά. Τότε ο Ιουλιανός τους απάντησε: «Τι σας εμποδίζει να το πράξετε;».

Κατόπιν σκέφτηκαν να φέρουν τη μητέρα του, ελπίζοντας ότι οι παρακλήσεις της για να σώσει τη ζωή του θα τον έπειθαν να μεταστραφεί. Την οδήγησαν στο κελί του και της έδωσαν προθεσμία τριών ημερών να τον μεταπείσει. Αλλά η ευσεβής εκείνη μητέρα, αντί να τον παροτρύνει να αρνηθεί το Χριστό και να σώσει τη ζωή του τον συμβούλευε να μείνει μέχρι τέλους σταθερός στην πίστη του στο Χριστό και να αψηφήσει τις φοβέρες των διωκτών του. Μάλιστα του τόνιζε με έμφαση: «Γνωρίζεις ποιο είναι το αληθινό συμφέρον σου, αφού εγώ σου το δίδαξα. Πράξε λοιπόν ώστε να δοξάσεις τον μόνο αληθινό Θεό!».

Όταν έληξε η προθεσμία των τριών ημερών και διαπίστωσαν ότι ο Ιουλιανός δεν είχε μεταπειστεί, ζήτησαν οδηγίες από τον Μαρκιανό τι να κάμουν εισέτι με αυτόν. Εκείνος τους διέταξε να μαζέψουν από τους αγρούς και τα δάση δηλητηριώδη φίδια, σκορπιούς και άλλα ερπετά και έντομα και να τον κλείσουν σε σακί με αυτά και να τον ρίξουν στη θάλασσα. Τα δηλητηριώδη ερπετά και έντομα κατέφαγαν τη σάρκα του και ό, τι απόμεινε βυθίστηκε στη θάλασσα, ενώ η αγιασμένη ψυχή του φτερούγισε στον ουρανό να συμβασιλέψει με το Χριστό στους ατέλειωτους αιώνες.

Οι Χριστιανοί κατόρθωσαν και μάζεψαν τα τίμια λείψανά του, τα οποία μετέφεραν στην Αντιόχεια και τα εναπέθεσαν σε περικαλλή ναό, προς τιμήν του στο μαγευτικό προάστιο Δάφνη, τα οποία θαυματουργούσαν. Χιλιάδες ασθενείς έτρεχαν να λάβουν την χάρη και την ίαση από αυτά. Κυρίως θεράπευε τους δαιμονισμένους και φρενοβλαβείς. Ατυχώς αυτά καταστράφηκαν από πυρκαγιά που είχαν βάλλει οι Πέρσες εισβολείς το 537.

Η μνήμη του τιμάται στις 16 Μαρτίου.

Άγιος Νεομάρτυς Μανουήλ από τα Σφακιά της Κρήτης

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η κρητική γη ανέδειξε, και αυτή, μια πληθώρα αγίων της Εκκλησίας μας. Ανάμεσά τους αναδείχτηκαν και πολλοί Νεομάρτυρες, οι οποίοι στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας, έδωσαν τη δική τους μαρτυρία και τη ζωή τους, για τη μόνη σώζουσα πίστη του Χριστού. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο ηρωικός Άγιος Νεομάρτυρας Μανουήλ.

Καταγόταν και ζούσε στα Σφακιά της Κρήτης. Γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι τον μεγάλωσαν με ευσέβεια και φόβο Θεού.

Εκεί στα τραχιά βουνά της Κρήτης η τουρκική σκλαβιά ήταν αρχικά κάπως ανεκτή, διότι οι αλλόθρησκοι ασιάτες τύραννοι δεν ενδιαφέρονταν για τον  άγονο εκείνο τόπο. Όμως όταν οι Σφακιανοί  είχαν επαναστατήσει, οι τούρκοι κινήθηκαν με ισχυρό στρατό και τους υπέταξαν, με αποτέλεσμα να ασκήσουν τυραννική εξουσία και να χάσουν τη σχετική ελευθερία που απολάμβαναν. Άρπαξαν τα ζωντανά τους, κατάσχεσαν τα κτήματά τους και τα σπίτια τους και άρπαξαν τα παιδιά τους, τα οποία εξισλάμιζαν με το ζόρι. Τα κορίτσια έκλειναν στα χαρέμια και τα αγόρια τα κατέτασσαν στο διαβόητο τάγμα των Γενιτσάρων.

Μεταξύ των παιδιών που άρπαξαν ήταν και ο Μανουήλ, στον οποίο έκαμαν περιτομή με τη βία. Βλέποντας δε την ανδρεία του και τη λεβεντιά του, θέλησαν να τον προωθήσουν σε υψηλές θέσεις.

Αλλά ο Μανουήλ, όντας θεοσεβής και έχοντας βαθειά στην ψυχή του κρυμμένη την ακράδαντη πίστη του στο Χριστό, ασφυκτιούσε στο τούρκικο περιβάλλον και στεναχωριόταν. Γι’ αυτό έτρεφε μέσα του την ελπίδα πως κάποτε θα έβρισκε την ευκαιρία να αποδράσει και να σωθεί από τη σκλαβιά των ανελέητων Οθωμανών και την πνικτική και νοσηρή ατμόσφαιρα του μουσουλμανισμού. Όταν ήταν αναγκασμένος να παίρνει μέρος στις προσευχές στα τζαμιά και στις άλλες θρησκευτικές εκδηλώσεις, γέμιζε η ψυχή του με λύπη.

Όμως κάποτε του δόθηκε η πολυπόθητη ευκαιρία να αποδράσει. Ξεφεύγοντας από την προσοχή των τούρκων, μπήκε σε καράβι και βρέθηκε στη Μύκονο, όπου δεν τον ήξερε κανένας. Πρώτη του ενέργεια, μόλις πάτησε στο νησί, ήταν να βρει ορθόδοξο ιερέα εξομολόγο, να εξομολογηθεί και να ενταχθεί και πάλι στην Εκκλησία. Βρήκε έναν ενάρετο και σοφό κληρικό στον οποίο εξομολογήθηκε με δάκρυα και αναστεναγμούς την περιπέτειά του και τον ακούσιο εξισλαμισμό του. Εκείνος τον συγχώρεσε, τον έχρισε με Άγιο Μύρο και τον κοινώνησε.

Ο Μανουήλ αποφάσισε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του στη Μύκονο. Μάλιστα γνώρισε μια κοπέλα την οποία παντρεύτηκε και έκανε μαζί της έξι παιδιά. Όμως δυστυχώς η σύζυγός του πρόδιδε τη συζυγική πίστη της. Κάποτε αντιλήφθηκε ότι η σύζυγός του τον απατούσε με άλλον άνδρα. Επειδή όμως ήταν πιστός στο Θεό, αγαθός και ανεξίκακος άνθρωπος, δεν την κακοποίησε και ούτε κοινοποίησε σε κανέναν τη μοιχεία της, διότι οι συνέπειες για τις μοιχαλίδες ήταν σκληρές και φοβερά ταπεινωτικές. Γι’ αυτό αποφάσισε να δώσει τόπο στην οργή. Πήρε τα παιδιά του και έφυγε από το σπίτι του, νοικιάζοντας κάπου αλλού, όπου ζούσε ήσυχα, χωρίς να ενοχλεί κανέναν, εργαζόμενος και φροντίζοντας τα παιδιά του.

Ο αδελφός της γυναίκας του (μπατζανάκης του) ήταν ένας πολύ κακός άνθρωπος. Πήγαινε στο σπίτι του, τον έβριζε, τον πίεζε και τον απειλούσε, για να γυρίσει στη γυναίκα του. Αλλά ο Μανουήλ δεν πείθονταν, αλλά και δεν αποκάλυπτε τη μοιχεία της γυναίκας του.

Μετά από καιρό ο Μανουήλ είχε προσληφθεί και εργάζονταν ως ναύτης σε κάποιο καράβι. Κάποτε ταξίδευε προς τη Σάμο, συνοδεύοντας φορτίο με ξύλα. Στο δρόμο συνάντησαν ένα τούρκικο καράβι, ιδιοκτησία του καπετάν πασά, το οποίο είχε αποστολή να περιπολεί και να φυλάει το Αιγαίο από τους πειρατές. Ο τούρκος καπετάνιος πρόσταξε τον έλληνα καπετάνιο να πλησιάσει για έλεγχο. Όμως στο τούρκικο καράβι υπηρετούσε ο δύστροπος μπατζανάκης του Μανουήλ. Μόλις είδε το γαμπρό του έτρεξε στον αγά του καραβιού, καταγγέλλοντάς του ότι ο συγκεκριμένος ναυτικός ήταν μουσουλμάνος τούρκος, ο οποίος αλλαξοπίστησε και έγινε Χριστιανός. Ήταν ένα μεγάλο αδίκημα κατά τον ισλαμικό νόμο, το οποίο επισύρει βαριές ποινές, έως και θάνατο. Ήταν μια ανέλπιστη ευκαιρία για εκείνον, να εκδικηθεί τον απείθαρχο γαμπρό του!

Ο αγάς έδωσε διαταγή στους ναύτες του, να συλλάβουν τον Μανουήλ και να τον φέρουν μπροστά του. Ο Μανουήλ στάθηκε με θάρρος ενώπιον του τούρκου αξιωματούχου και απάντησε ευθαρσώς στις ερωτήσεις του. «Ναι αγά μου, με ανάγκασαν με το ζόρι να γίνω μουσουλμάνος, αλλά γύρισα στην πίστη μου, την οποία έχω από της γέννησής μου». Ο αγάς του είπε: «Μία φορά ήσουν Χριστιανός, ύστερα όμως τούρκεψες με την θέλησή σου, γι’ αυτό πρέπει πάλι να γυρίσεις στην πίστη μας, διότι εάν δεν δεχθείς, πρόκειται να σε παιδεύσω άσπλαχνα, ώσπου να ξεψυχήσεις».

Ο ηρωικός Κρητικός Χριστιανός δεν δείλιασε καθόλου και δεν πτοήθηκε από τις απειλές του αγά, διαβεβαιώνοντάς τον: «Μην κουράζεσαι, εγώ Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θα αποθάνω»! Ο θηριώδης αγάς θύμωσε από τα λόγια του Μάρτυρα και έδωσε διαταγή να τον δέσουν στο κατάρτι και να τον βασανίσουν. Για πολλές ημέρες έμεινε δεμένος, χωρίς τροφή και νερό, κακοποιώντας τον οι ανελέητοι ναύτες.

Αφού τελείωσε η περιπολία στο Αιγαίο, το τούρκικο καράβι έφτασε στη Χίο, στην τούρκικη αρμάδα. Πρώτο τους μέλημα ήταν να παραδώσουν τον Μανουήλ στον τούρκο διοικητή της αρμάδας, τον ναύαρχο Κουτζούκ. Πριν τον παραδώσουν ο Μάρτυρας ζήτησε από κάποιον Υδραίο Χριστιανό ναύτη, ο οποίος υπηρετούσε στο τούρκικο καράβι, να κατέβει στο νησί και να του φέρει ορθόδοξο ιερέα να τον εξομολογήσει και να τον κοινωνήσει. Όμως δυστυχώς κανένας Χιώτης ιερέας δεν τόλμησε να πάει, διότι οι συνέπειες γι’ αυτόν και τους κατοίκους του νησιού, θα ήταν σοβαρές.

Όμως κάποιος ιερέας και πνευματικός έστειλε, με την Υδραίο ναύτη, κρυφά μήνυμα στον Μανουήλ, με σκοπό να τον εμψυχώσει. Να έχει ακράδαντη πίστη στο Χριστό, να προσεύχεται και να είναι χαρούμενος, που ο Θεός τον διάλεξε να βασανιστεί για χάρη Του. Να έχει θάρρος και υπομονή και να μη δειλιάσει, για οτιδήποτε του συμβεί.

Μόλις ο Μανουήλ άκουσε τα λόγια αυτά έλαβε ένα ανεξήγητο θάρρος. Έφυγε από την ψυχή του κάθε σκέψη δειλίας και ηττοπάθειας και αναφώνησε: «Και εγώ τον ίδιο σκοπό έχω. Τί σήμερα να πεθάνω και τί αύριο; Ο κόσμος αυτός είναι προσωρινός. Παρά να πεθάνω αύριο κολασμένος, καλυτέρα να πεθάνω σήμερα για την πίστη μου και να σώσω την ψυχή μου»!

Αυθημερόν ο αγάς του καραβιού παρέδωσε τον Μάρτυρα στον ναύαρχο, απαγγέλλοντας την κατηγορία, που τον βαραίνει: άρνηση της μουσουλμανικής πίστης. Ο τούρκος αξιωματούχος του ζήτησε να ομολογήσει, αν αληθεύει η κατηγορία ότι καταφρόνησε την πίστη στο Ισλάμ. Ο Μανουήλ αποκρίθηκε με παρρησία και θάρρος ότι είναι αλήθεια, ότι γύρισε στο φως και δε σκοπεύει να γυρίσει πάλι στο σκοτάδι της πλάνης. Ο ναύαρχος για να βεβαιωθεί ότι ήταν όντως μουσουλμάνος, διέταξε να τον γυμνώσουν, να δει την περιτομή του. Όταν διαπίστωσε την περιτομή του τού είπε: «Πώς λοιπόν λες, ότι είσαι Χριστιανός, αφού έχει κάμει περιτομή;». Ο Μάρτυρας του αποκρίθηκε· «Από την γέννησή μου Χριστιανός είμαι, ωστόσο σκλαβώθηκα πολύ μικρός και με την βία με τούρκεψαν. Τώρα όμως πάλι Χριστιανός θέλω να είμαι»!

Μόλις άκουσε αυτά ο τούρκος αξιωματούχος έγινε σωστό θηρίο από το θυμό του. Ούρλιαζε, φώναζε και άφριζε το στόμα του, από οργή και αγανάκτηση. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, έβγαλε τη διαταγή: θάνατος δια αποκεφαλισμού! Ο Μάρτυρας άκουσε την απόφαση με θαυμαστή ηρεμία. Το πρόσωπό του έλαμπε από ουράνια χαρά και ανεξήγητη αγαλλίαση. Ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του, να ακουστεί όσο το δυνατόν μακρύτερα: «Δόξα σοι ο Θεός»!

Ο ναύαρχος τον παρέδωσε στους δημίους να εκτελέσουν την απόφασή του. Εκείνοι τον έδεσαν και με βρισιές και ξυλοδαρμούς, τον οδήγησαν μακριά από το παλάτι του πασά, κοντά σε ένα σφαγείο, στην τοποθεσία «Παλαιά Βρύση», για να τον θανατώσουν.  Εκείνος γεμάτος χαρά και ανεξήγητη ιλαρότητα στο πρόσωπό του, τους ακολουθούσε, σαν να πήγαινε σε πανηγύρι. Μόλις έφτασαν στο σημείο της εκτέλεσης ο Μάρτυρας γονάτισε μόνος του, χωρίς να τον προστάξουν, αναμένοντας με χαρά το βαρύ και κοφτερό σπαθί, το οποίο θα του έκοβε το νήμα της επίγειας ζωής του και θα του άνοιγε την πόρτα της αιώνιας και αληθινής ζωής.

Ο δήμιος άρπαξε το σπαθί και το ανύψωσε και ήταν έτοιμος να το κατεβάσει στο λαιμό του Μάρτυρα. Αλλά μια ανεξήγητη δειλία τον εμπόδισε να κόψει το κεφάλι του «εξωμότη». Γι’ αυτό πέταξε δίπλα το σπαθί και έφυγε τρέχοντας χωρίς να πει λέξη. Οι παριστάμενοι σάστισαν και έγινε θόρυβος και ταραχή μεταξύ τους, μη μπορώντας να εξηγήσουν τη στάση του δημίου. Ο Μάρτυρας έμεινε γονατισμένος και ατάραχος.

Τότε κάποιος τούρκος υπαξιωματικός, υπηρέτης του πασά, φανατικός μουσουλμάνος, ανάλαβε εκείνος να τον εκτελέσει. Άρπαξε το σπαθί και άρχισε να χτυπά επανειλημμένως το λαιμό του Μάρτυρα, σε πολλά σημεία, χωρίς όμως να μπορέσει να του κόψει το κεφάλι.

Αφού είδε ότι δεν μπορεί να τον αποκεφαλίσει, άρπαξε τον Μάρτυρα, τον έβαλε κάτω και βγάζοντας κοφτερό μαχαίρι από τη ζώνη του, τον έσφαξε σαν πρόβατο! Ήταν 15 Μαρτίου, ημέρα Δευτέρα, ώρα τέσσερις το απόγευμα, του έτους 1792. Οι Χριστιανοί του νησιού έμαθαν το συμβάν και δόξαζαν το Θεό, που αξιώθηκε ο τόπος τους να ποτιστεί με το τιμημένο αίμα ενός ακόμα Μάρτυρα του Χριστού! Πολλοί έτρεχαν στον τόπο του μαρτυρίου να δουν το τίμιο λείψανο, το οποίο φύλαγαν οι τούρκοι, για να μην το πάρουν οι Χριστιανοί, διότι τον θεωρούσαν δικό τους, επειδή είχε υποστεί περιτομή.

Την επόμενη ημέρα, ο τούρκος ναύαρχος, βλέποντας τις εκδηλώσεις χαράς και τιμής προς τον «εξωμότη», έδωσε διαταγή να πάρουν το σώμα του, να του δέσουν βαριά αγκωνάρια και να το ρίξουν στη βαθειά θάλασσα, να μην έχουν τίποτε οι «άπιστοι» από εκείνον και να ξεχαστεί το όνομά του!

Χειρόγραφο του μαρτυρίου του βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους.

Η μνήμη του τιμάται στις 15 Μαρτίου, την ημέρα του μαρτυρίου του.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας είναι το καύχημά Της, διότι ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό και την επισφράγισαν με το αίμα τους. Αντάλλαξαν την πρόσκαιρη γήινη ζωή τους με την αιώνια αληθινή ζωή, που δίνει ο ζωοδότης Χριστός.

Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονται και οι Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν στη Σεβάστεια της Μ. Ασίας στις αρχές του 4ου αιώνα, όταν αυτοκράτορας της Ανατολής ήταν ο ρωμαίος ειδωλολάτρης Λικίνιος (307-324). Ήταν όλοι τους νεαροί έφηβοι στρατιώτες και ανήκαν στο πιο επίλεκτο στρατιωτικό τάγμα της περιοχής.

Οι σκληρότεροι διωγμοί κατά των Χριστιανών, που είχε αρχίσει ο δεισιδαίμων Διοκλητιανός (284-305), συνεχίζονταν και επί Λικινίου. Οι διοικητές των επαρχιών είχαν επιφορτιστεί για την εφαρμογή του διατάγματος, που προέβλεπε την αναγκαστική θυσία στους ειδωλολατρικούς «θεούς» από όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας, με τη χορήγηση πιστοποιητικού! Όσοι αρνούνταν να θυσιάσουν οδηγούνταν με τη βία μπροστά στα είδωλα, προκειμένου να εξαναγκαστούν είτε με υποσχέσεις, είτε με βασανιστήρια να προσφέρουν τη θυσία. Όσοι δεν υπέκυπταν στους εκβιασμούς οδηγούνταν σε σκληρές ανακρίσεις και υποβάλλονταν σε φρικτά και απάνθρωπα βασανιστήρια, και αν δεν υπέκυπταν, θανατώνονταν με τους πλέον ειδεχθείς τρόπους. Εδώ αξίζει να διευκρινίσουμε, πως οι θανατώσεις, όσων δεν θυσίαζαν στα είδωλα, δε γινόταν τόσο για λόγους εκδίκησης, αλλά είχαν κυρίως χαρακτήρα τελετουργικό. Θυσιάζονταν στους «θεούς» για να κατευναστεί η μήνη τους, διότι αυτό απαιτούσαν οι σκοταδιστές ιερείς των ειδώλων από τους άρχοντες, ως διερμηνείς δήθεν της θέλησης των «θεών»!

Ο έπαρχος της Σεβάστειας Αγρικόλας, εφαρμόζοντας την αυτοκρατορική διαταγή, καλεί τους άνδρες του στρατεύματος να προσφέρουν την προβλεπόμενη θυσία. Σαράντα από αυτούς αρνήθηκαν, δηλώνοντας Χριστιανοί. Ο Αγρικόλας ακολούθησε και εδώ τη γνωστή τακτική, τάζοντάς τους μεγάλα αξιώματα και τιμές αν προσέφεραν τη θυσία. Τότε εξ’ ονόματος όλων ο στρατιώτης Κάνδιδος απάντησε στο φανατικό ειδωλολάτρη έπαρχο: «Ευχαριστούμε για τους επαίνους της ανδρείας μας. Αλλά ο Χριστός, στον όποιο πιστεύουμε, μας διδάσκει ότι στον καθένα άρχοντα πρέπει να του προσφέρουμε ό, τι του ανήκει. Και γι’ αυτό στο βασιλέα προσφέρουμε τη στρατιωτική υπακοή. Αν, όμως, ενώ ακολουθούμε το Ευαγγέλιο, δεν ζημιώνουμε το κράτος, αλλά μάλλον το ωφελούμε με την υπηρεσία μας, γιατί μας ανακρίνεις για την πίστη πού μορφώνει τέτοιους χαρακτήρες και οδηγεί σε τέτοια έργα;». Ο Αγρικόλας κατάλαβε ότι ήταν ανώφελο να τους παρακαλεί και διέταξε να τους γδύσουν και να τους ρίξουν σε μια παρακείμενη παγωμένη λίμνη. Ήταν χειμώνας και το κρύο δριμύτατο. Πίστευε ότι το φρικτό αυτό μαρτύριο θα τους έκανε να αλλάξουν γνώμη και να θυσιάσουν στους ανύπαρκτους «θεούς» της αυτοκρατορίας.

Οι ηρωικοί Χριστιανοί υπέμειναν με πρωτοφανή καρτερία το μαρτύριο του ψύχους. Τα κορμιά τους είχαν μελανιάσει, έτρεμαν σύγκορμοι και αγκάλιαζε ο ένας τον άλλο για να μετριάσουν το μαρτύριό τους. Ταυτόχρονα έδινε ο ένας κουράγιο και θάρρος στον άλλο με τα εξής λόγια: «Δριμύς ο χειμώνας, αλλά γλυκύς ο παράδεισος. Ας υπομείνουμε και σε μια νύχτα για να κερδίσουμε ολόκληρη την αιωνιότητα». Οι δήμιοι τους φρουρούσαν να μη διαφύγουν και διασκέδαζαν με το μαρτύριό τους.

Έξω από τη λίμνη βρισκόταν και μια Χριστιανή γυναίκα, η μητέρα του νεαρότερου  Μάρτυρα, η οποία τον εμψύχωνε μη δειλιάσει και θυσιάσει στα είδωλα και αρνηθεί το Χριστό. Άπλωνε τα χέρια της προς το γιό της λέγοντας: «Παιδί μου γλυκύτατο, υπόμεινε για λίγο και θα καταστείς τέκνο του Ουράνιου Πατέρα. Μην φοβηθείς τα βασανιστήρια. Ιδού, παρίσταται ως βοηθός σου ο Χριστός. Τίποτε δεν θα είναι από εδώ και πέρα πικρό, τίποτα το επίπονο δεν θα απαντήσεις. Όλα εκείνα παρήλθαν, διότι όλα αυτά τα νίκησες με τη γενναιότητά σου. Χαρά μετά από αυτά, άνεση, ευφροσύνη. Όλα αυτά θα τα γεύεσαι, διότι θα είσαι κοντά στον Χριστό και θα πρεσβεύεις σε Αυτόν και για μένα που σε γέννησα».

Περί το μεσονύκτιο ένας από τους Μάρτυρες δείλιασε  και ζήτησε από τους δημίους να τον βγάλουν από τους πάγους της λίμνης και να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Τότε συνέβη το απροσδόκητο: κατέβηκαν από τον ουρανό 39 ολοφώτεινα στεφάνια και τέθηκαν στο κεφάλι του καθενός. Βλέποντάς τα ο δήμιος Αγλάϊος ομολόγησε ότι γίνεται Χριστιανός και όρμησε και πήρε τη θέση του δειλιάσαντος στη λίμνη και συμπληρώθηκε ο αριθμός των τεσσαράκοντα μαρτύρων. 

Αφού πέρασε η νύχτα, τους έβγαλαν οι τρομεροί δήμιοι μισοπεθαμένους και τους αποτέλειωσαν συντρίβοντάς τους τα μέλη. Κατόπιν τους έριξαν από παρακείμενο γκρεμό σε δύσβατο μέρος, να μη μπορούν οι Χριστιανοί να συλλέξουν τα τίμια λείψανά τους. όμως οι Χριστιανοί με μεγάλες δυσκολίες τα περιμάζεψαν και τα έθαψαν με μεγάλες τιμές. Το έτος 438 η ευσεβής αυτοκράτειρα Πουλχερία βρήκε, ύστερα από όραμα, τα λείψανά τους στο ναό του αγίου Θύρσου. Τα παρέλαβε και αφού έκτισε περικαλλή ναό έξω από τα τείχη των Τρωαδησίων, τα έκλεισε σε πολύτιμες θήκες και τα τοποθέτησε σ’ αυτόν για την ευλογία των πιστών.

Τα ονόματά τους είναι: Κυρίων, Κάνδιδος (ή Κλαύδιος), Δόμνας,  Ευτύχιος (ή Ευτυχής), Σεβηριανός , Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός,  Αγγίας, Ησύχιος, Ευνοϊκός, Μελίτων, Ηλιάδης, Αλέξανδρος, Σακέδων (ή Σακέρδων), Ουάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ηράκλειος, Εκδίκιος (ή Ευδίκιος), Ιωάννης, Φιλοκτήμων,  Φλάβιος, Ξάνθιος, Ουαλέριος, Νικόλαος, Αθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίμαχος, Γάιος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Αέτιος, Ακάκιος, Δομετιανός (ή Δομέτιος), Γοργόνιος, Ιουλιανός (ή Ελιανός, ή Ηλιανός), Αγλάϊος ο δήμιος.

Η μνήμη τους εορτάζεται στις 9 Μαρτίου, την ημέρα του μαρτυρίου τους. Αυτοί είναι οι ήρωες της πίστης μας!

Οφείλουμε ως συνειδητοί πιστοί ορθόδοξοι Χριστιανοί να  τιμάμε τους αγίους μας και η καλλίτερη τιμή προς αυτούς είναι η μίμηση, διότι μιμούμενοι τους αγίους μας, μιμούμεθα τον Χριστός μας, διότι εκείνοι έγιναν οι ακριβείς μιμητές του Κυρίου μας. Άλλωστε για μας το πρότυπό μας δε θα πρέπει να είναι κάποιος άνθρωπος, αλλά ο Θεάνθρωπος, το αιώνιο και μοναδικό πρότυπο. Οι άγιοί μας έγιναν «σύσσωμοι» και «σύμμορφοι» του Σωτήρα μας Χριστού, καταστάθηκαν με την αγία ζωή τους και την ομολογία του αγίου ονόματός Του οι ζωντανές εικόνες Του στον κόσμο σε όλους τους αιώνες και μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Εμπρός λοιπόν να γίνουμε και εμείς μικροί ή μεγάλοι μάρτυρες και ομολογητές Του στους σύγχρονους δύσκολους καιρούς, για να γίνει και Εκείνος δικός μας ομολογητής μπροστά στον Ουράνιο Πατέρας μας, όταν αναχωρήσουμε από αυτόν εδώ τον κόσμο.

Μέγας Φώτιος:Ἀπὸ τὴν ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Φωτίου

ΚοντάκιονἈπολυτίκιονΜεγαλυνάριο μὲ λεξιλόγιο.

Ὁ Μἐγας Φώτιος

Ἀπὸ τὴν ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Φωτίου (+6 Φεβρουαρίου)

Συνεχίστε την ανάγνωση Μέγας Φώτιος:Ἀπὸ τὴν ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Φωτίου

Βίος και πολιτεία του Αγίου Ευσταθίου του Μεγαλομάρτυρα († 20 Σεπτεμβρίου)

Στις 20 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη μιας αγίας οικογενείας. Μιας οικογενείας μαρτύρων πού την αποτελούσαν ο άγιος Ευστάθιος, η σύζυγος του αγία Θεοπίστη και τα δύο παιδιά τους, οι άγιοι Αγάπιος και Θεόπιστος.

Στα 98 μ. Χ. ο Πλακίδας, αυτό ήταν το πρώτο όνομα του αγίου Ευσταθίου, διαπρέπει σαν στρατηλάτης ενδοξότατος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Δεν είναι μόνο η ευγενής καταγωγή και ο πλούτος, πού τον κάνουν να ξεχωρίζη, αλλά και οι εξοχές νίκες και τα ανδραγαθήματα του. Κι από κοντά ο ψυχικός του πλούτος. Συνετός, εγκρατής και σώφρων, δίκαιος και ελεήμων, αποτελεί αν και ειδωλολάτρης ακόμα μια εκλεκτή ψυχή. Σ’ αυτές του τις αρετές του μοιάζουν και η σύζυγος και οι δύο γιοι του.

Ένα τέτοιο ευγενικό θήραμα ήταν αδύνατο να ξεφύγη από τα δίχτυα της αγάπης του θείου Κυνηγού. Έτσι λοιπόν κάποια μέρα πού ο Πλακίδας γύμναζε το στρατό στο κυνήγι, τράβηξε την προσοχή του κάποιο ελάφι, πού ενώ έτρεχε, στρεφόταν και τον κοίταζε στα μάτια. Όρμησε να το κυνηγήση, αλλ’ εκείνο βρέθηκε μ’ ένα πήδημα στο χείλος ενός μεγάλου χάσματος, αφήνοντας αντίκρυ τον έφιππο Πλακίδα. Και ξαφνικά βλέπει ο στρατηλάτης ανάμεσα στα κέρατα του ελαφιού έναν υπέρλαμπρο σταυρό με τον Εσταυρωμένο. Ακούει και μια φωνή, πού του αποκαλύπτει ότι Αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός, ο μόνος αληθινός Θεός, και τον καλεί να πιστέψη και να βαπτιστή.
Το ελάφι εξαφανίζεται και ο Πλακίδας επιστρέφει στο σπίτι του. Πριν προλάβη όμως να εξιστόρηση το συνταρακτικό γεγονός στη σύζυγο του, εκείνη του φανερώνει ότι ο Θεός των χριστιανών αποκαλύφθηκε και σ’ αυτήν καλώντας την να πιστέψη με όλη την οικογένεια της. Την ίδια νύχτα δέχεται ή οικογένεια το άγιο βάπτισμα από τον επίσκοπο της Ρώμης.

Το άλλο πρωί ο άγιος Ευστάθιος πηγαίνει πάλι στο μέρος όπου του είχε αποκαλυφθή το όραμα του ελαφιού. Κι εκεί ακούει νέα συνταρακτική αποκάλυψη:
Θα πάθης όσα έπαθε και ο Ιώβ τον παλαιό καιρό, αλλά στο τέλος θα νικήσης τον διάβολο… Ανδρίζου, Ευστάθιε, και αγωνίζου στον δρόμο της αρετής. Το θέλημα του Κυρίου ας γίνη, απάντησε ο Ευστάθιος. Το ίδιο είπε και η αγία Θεοπίστη, όταν της φανέρωσε την πρόρρηση.εν περνούν λίγες μέρες και ο στίβος του αγώνα για τον νεοφώτιστο στρατηλάτη ανοίγεται. Από λοιμώδη ασθένεια πεθαίνουν όλοι οι υπηρέτες και οι άνθρωποι του σπιτιού του. Αρρωσταίνουν και ψοφούν τα άλογα και τα άλλα ζώα του. Κι ενώ κάποια μέρα απουσιάζουν από το σπίτι, μπαίνουν σ’ αυτό κλέφτες και τους παίρνουν ό,τι έχουν. Μένουν μόνο με τα ρούχα πού φορούν. Οι μέχρι πριν λίγο πλουσιώτατοι και ενδοξότατοι άρχοντες κατάντησαν φτωχοί και αξιολύπητοι.

Αποφασίζουν τότε να εγκαταλείψουν τη Ρώμη και να πάνε σε τόπο άγνωστο. Σαν τον πιο κατάλληλο βρίσκουν τα Ιεροσόλυμα, και ξεκινούν για κει. Κανείς τους βέβαια δεν μπορεί να φανταστή αυτά πού θα ακολουθήσουν. Στο τέλος του θαλασσινού ταξιδιού τους ο βάρβαρος και άνομος πλοίαρχος, ζητώντας υπέρογκα ναύλα, κρατάει τη Θεοπίστη στο πλοίο του αποχωρίζοντας την έτσι από την οικογένεια της.

Με οδύνη αβάσταχτη ο πονεμένος σύζυγος συνεχίζει τον δρόμο του με τα δύο παιδιά του ως την όχθη ενός μεγάλου ποταμού. ‘Εκεί αναγκάζεται ν’ αφήση το μεγαλύτερο παιδί, για να πέραση πρώτα το μικρότερο απέναντι. Καθώς όμως επιστρέφει να πάρη και το άλλο, βλέπει ότι το έχει αρπάξει ένα λιοντάρι. Γυρίζει τότε και βλέπει πώς και το μικρότερο το άρπαξε ένας λύκος. Μέσα στα δάκρυα του θυμάται ο άγιος την πρόρρηση του Κυρίου, ότι θα πέραση όσα και ο Ιώβ. Ίσως και περισσότερα, θα έλεγε κανείς. Γιατί ενώ ο Ιώβ είχε ένα κομμάτι γης για ν’ αναπαύεται, έστω και πάνω στην κοπριά, αυτός περιφέρεται ξένος σε ξένη χώρα. Εκείνος είχε κοντά του τουλάχιστον τους φίλους και τη γυναίκα του, ενώ ο άγιος απέμεινε έρημος από ανθρώπους.

Είναι φυσικό να συγκλονίζεται η ψυχή πού χτυπιέται από τέτοια και τόσα κύματα. Μα όταν αυτή είναι γαντζωμένη γερά στην αγάπη του Χριστού, δεν λυγίζει, δεν σαλεύει από την πίστη της. Υπερισχύει η εμπιστοσύνη στην πρόνοια Εκείνου, πού αγρυπνεί διαρκώς πάνω μας. Εκείνου, πού ξέρει γιατί στέλνει τα πικρά ποτήρια, και πού γνωρίζει να δίνη και την «έκβασιν» του πειρασμού. Με αφάνταστη υπομονή και γενναιότητα σήκωσε τον σταυρό του ο άγιος, εκτελώντας αγροτικές εργασίες επί δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, εκεί, στην ξένη γη της Ανατολής.

Κάποτε ο Κύριος έκρινε πώς πλησίαζε η ώρα να λαβή το στεφάνι της υπομονής του. Στέλνοντας ανθρώπους σε όλα τα σημεία της αυτοκρατορίας ο αυτοκράτωρ Τραϊανός κατορθώνει να τον ανακάλυψη. Γιατί ο γενναίος στρατηλάτης είναι ο μόνος πού μπορεί να σώση το κράτος από τους εχθρούς πού το απειλούν. Ο αυτοκράτωρ του ξαναδίνει τα πρώτα αξιώματα και του αναθέτει την αρχιστρατηγεία.

Ο άγιος Ευστάθιος, για ν’ αύξηση το στράτευμα, στρατολογεί πολλούς νέους από όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια. Ανάμεσα τους, χωρίς να το ξέρη, στρατολογήθηκαν και τα δύο παιδιά του. Είχαν και τα δύο σωθή από τα στόματα των θηρίων με την επέμβαση γεωργών και βοσκών της περιοχής. Δεν τα γνώρισε, αλλά καθώς τα είδε ευγενικά και ευπαρουσίαστα, τα κράτησε για να τον υπηρετούν στο τραπέζι.

Η εκστρατεία άρχισε και συνεχίστηκε μέχρι την πόλη πού έμενε η αγία Θεοπίστη. Ο Θεός τη διαφύλαξε και αυτή σώα και άβλαβη από τις ανήθικες προθέσεις του πλοιάρχου, τιμωρώντας τον με ξαφνική ασθένεια. Ο στρατηγός έστησε τυχαία τη σκηνή του στον κήπο του σπιτιού πού έμενε η αγία. Μια μέρα τα δύο παιδιά μπήκαν στο σπίτι και έδωσαν στην οικοδέσποινα ορισμένα τρόφιμα για να τα μαγειρέψη. Μέχρι να ετοιμαστή το φαγητό έπιασαν συζήτηση για την καταγωγή τους.

Ο μεγαλύτερος διηγήθηκε στον μικρότερο για τους γονείς και τον αδελφό του, για το ταξίδι τους με το πλοίο, για το επεισόδιο στο ποτάμι με το λιοντάρι και το λύκο. Ο μικρότερος συγκλονίστηκε. Είσαι ο αδελφός μου, φώναξε και έπεσε στην αγκαλιά του. Η αγία Θεοπίστη άκουγε από το μαγειρείο τη συζήτηση και συγκινημένη αναγνώρισε τα παιδιά της. Συγκρατήθηκε όμως και δεν εκδηλώθηκε αμέσως. Αργότερα πήγε στη σκηνή του στρατηγού να τα ζήτηση. Εκείνα έλειπαν. Βρήκε όμως τον άγιο να κάθεται στη σκιά ενός δένδρου. Καθώς τον παρατήρησε διέκρινε τα χαρακτηριστικά του συζύγου της. Τον πλησίασε και του διηγήθηκε την ιστορία της. Οι σύζυγοι αναγνωρίστηκαν. Η χαρά και η συγκίνηση τους δεν περιγράφεται. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και δόξασαν τον Θεό. Τα παιδιά μας, που είναι; ρώτησε σε λίγο η αγία. Τα παιδιά μας, τα έφαγαν τα θηρία, απάντησε με συντριβή ο άγιος και διηγήθηκε το επεισόδιο στο ποτάμι.

Ας δοξάσουμε πάλι τον Θεό, είπε τότε η αγία. Τα παιδιά μας ζουν και βρίσκονται κοντά μας! Άκουσα να λένε τα ίδια, όσα μου διηγείσαι εσύ τώρα. Έκπληκτος ο στρατηλάτης καλεί τους δύο νέους και βεβαιώνεται πώς είναι τα παιδιά του.

Η χαρά όλων δεν έχει όρια. Έπειτα από δεκαεξάχρονη δοκιμασία η οικογένεια, πού χωρίστηκε με θλιβερό και φρικτό τρόπο, ξαναενώνεται. Μαζί της πανηγυρίζει και όλο το στράτευμα. Ο Θεός αμείβει έτσι την αγία οικογένεια για την υπομονή σε τόσα δεινά πού δοκίμασε, αλλά της ετοιμάζει και ένα άλλο μεγαλύτερο στεφάνι υπομονής και καρτερίας. Νικητής και τροπαιούχος επιστρέφει με την οικογένεια του στη Ρώμη ο ένδοξος αρχιστράτηγος. Ο αυτοκράτορας Αδριανός, πού διαδέχθηκε τον Τραϊανό, ετοιμάζεται να προσφέρη μεγάλη θυσία στα είδωλα, τόσο για τη νίκη του, όσο και για την ανεύρεση ιών προσφιλών του προσώπων. Μα ο άγιος με παρρησία δηλώνει:

– Βασιλιά, εγώ τον Χριστό λατρεύω. Αυτόν δοξάζω και Αυτόν ευχαριστώ. Γιατί σ’ Αυτόν χρεωστώ τη ζωή μου και την ψυχή μου. Αυτός μου έδωσε δύναμη και νίκησα τους εχθρούς. Αυτός ευδόκησε και είδα και τη γυναίκα και τα παιδιά μου. Άλλον Θεό ούτε γνωρίζω ούτε πιστεύω, παρά μόνον Αυτόν, πού δημιούργησε τον ουρανό και τη γη.

Συγκλονιστική εντύπωση έκανε η δήλωση αυτή. Το πανηγυρικό σκηνικό αλλάζει. Οι ειδωλολάτρες ιερείς και οι αξιωματικοί σκυθρώπιασαν. Εξοργισμένος ο Αδριανός διατάζει τον άγιο να βγάλη τη στρατιωτική ζώνη και να στέκεται μπροστά του σαν κατάδικος. Παρ’ όλες τις προσπάθειες του, τις υποσχέσεις και απειλές, δεν κατορθώνει να τον μεταπείση. Και ο ένδοξος στρατηλάτης, ο σωτήρας της αυτοκρατορίας, καταδικάζεται σε θάνατο μαζί με όλη την οικογένεια του. Τους εκθέτουν σε μια πεδιάδα και εξαπολύουν ένα πεινασμένο λιοντάρι, για να τους κατασπάραξη. Αλλά αυτό, όταν τους πλησίασε, έσκυψε το κεφάλι σαν να τους προσκυνούσε και γύρισε πίσω. Κατασκευάζουν τότε ένα χάλκινο ομοίωμα βοδιού, το όποιο πυρώνουν στη φωτιά και ρίχνουν μέσα τους αγίους.

Όταν μετά τρεις μέρες το άνοιξαν, είδαν ότι οι ψυχές τους είχαν πετάξει στον ουρανό, χωρίς όμως να πειραχθή ούτε μια τρίχα της κεφαλής τους. Το θαύμα αυτό έκανε το πλήθος πού είχε συναχθή να κραυγάση:

Μέγας ο Θεός των χριστιανών! Αυτός μόνο είναι Θεός αληθινός και κανείς άλλος.

πηγή: https://agioskosmasoaitolos.wordpress.com